Στην αρχή της πανδημίας, υπήρχε ανησυχία σχετικά με τα φάρμακα της υπέρτασης και συγκεκριμένα αν αυτά συνδέονται με χειρότερη πρόγνωση στους ασθενείς με COVID-19.

Λόγω του τρόπου που λειτουργούν τα φάρμακα, ιδιαίτερα τις επιδράσεις που έχουν στον υποδοχέα ACE2, αρκετοί γιατροί και ασθενείς είχαν αναρωτηθεί αν διευκολύνουν την είσοδο του ιού στα κύτταρα. Παρά τις παραπάνω ανησυχίες, οι περισσότεροι οργανισμοί υγείας είχαν συστήσει στους ασθενείς να συνεχίσουν κανονικά τη λήψη των παραπάνω φαρμάκων.

Καθώς ο κίνδυνος ενός δευτέρου κύματος COVID-19 είναι υπαρκτός, ήταν σημαντικό να εξεταστεί αν οι ασθενείς που παίρνουν φάρμακα για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, μπορούν να συνεχίσουν να παίρνουν τα φάρμακα αυτά χωρίς κινδύνους. Στο παραπάνω ερώτημα προσπάθησε να απαντήσει μία ομάδα ερευνητών από το University of East Anglia.

Όπως διαπίστωσαν, η επίδραση των φαρμάκων είναι προστατευτική. Συγκεκριμένα, αντί να αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι η λήψη των παραπάνω φαρμάκων συνδέεται με καλύτερη πρόγνωση.

Μείωση των Αρνητικών Επιπλοκών κατά 1/3

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 19 κλινικές μελέτες για τον COVID-19 οι οποίες είχαν εξετάσει ασθενείς που παίρνουν 2 συγκεκριμένα είδη αντιϋπερτασικών φαρμάκων: τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEIs) και τους αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης (ARBs). Συνολικά εξετάστηκαν δεδομένα για 28.000 ασθενείς με COVID-19 με σκοπό να διαπιστωθούν οι επιδράσεις των παραπάνω φαρμάκων.

Τα ACEIs και τα ARBs δρουν στο σύστημα της ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS), το οποίο είναι απαραίτητο για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και τη διατήρηση της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών. Τα φάρμακα αυτά πιστεύουμε επίσης σήμερα ότι αυξάνουν την έκφραση μίας πρωτεΐνης που βρίσκεται στην επιφάνεια των κυττάρων και λέγεται μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης 2 (ACE2).

Εκτός από το ρόλο της στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, η πρωτεΐνη ACE2 αποτελεί επίσης την πύλη εισόδου του SARS-CoV-2 στα κύτταρα του οργανισμού. Εκεί είχαν βασιστεί και οι ανησυχίες σχετικά με τις επιδράσεις του φαρμάκου. Αν τα φάρμακα αυξάνουν τον αριθμό των ACE2 στα κύτταρα, τότε θεωρητικά καθιστούν ευκολότερη τη μόλυνση με τον ιό με αποτέλεσμα να εμφανίζεται σοβαρότερη λοίμωξη.

Ωστόσο, εξετάζοντας την πρόγνωση των ασθενών που έπαιρναν ACEIs και ARBs συγκριτικά με αυτή των ασθενών που δεν έπαιρναν τα παραπάνω φάρμακα, η θεωρία αυτή δεν επιβεβαιώθηκε.

Συγκεκριμένα, στην έρευνα δεν διαπιστώθηκε ότι τα φάρμακα αυξάνουν τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19 ή τον κίνδυνο θανάτου. Αντιθέτως, οι ασθενείς που έπαιρναν ACEIs ή ARBs για την αντιμετώπιση της υπέρτασης είχαν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο θανάτου, εισαγωγής στη ΜΕΘ ή διασωλήνωσης. Συνολικά, στην ομάδα αυτή ο αριθμός των παραπάνω συμβαμάτων ήταν μειωμένος κατά περίπου το 1/3.

Όπως φαίνεται, τα φάρμακα αυτά έχουν προστατευτική δράση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπέρταση.

Πού Αποδίδεται το Παραπάνω Φαινόμενο;

Σήμερα δεν γνωρίζουμε ακόμα γιατί οι ασθενείς που παίρνουν ACEIs και ΑΡΒs παρουσιάζουν ηπιότερη νόσηση, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες θεωρίες.

Αρχικά, αν και τα φάρμακα αυτά θεωρητικά αυξάνουν τον αριθμό των ACE2, πρακτικά δεν υπάρχουν σαφή δεδομένα που να δείχνουν ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. Σήμερα, δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις των φαρμάκων αυτών στην έκφραση του ACE2 στους ανθρώπινους ιστούς.

Ακόμα κι αν τα φάρμακα αυτά πράγματι αυξάνουν τα επίπεδα των ACE2 στα κύτταρα, τα τελευταία δεν βρίσκονται πάντοτε στην κυτταρική μεμβράνη. Τα ACE2  που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία του κυττάρου ενδεχομένως δεν λειτουργούν ως σημείο εισόδου για τον SARS-CoV-2.

Η δεύτερη θεωρία αφορά την υπερβολική ενεργοποίηση της οδού του RAAS η οποία προκαλείται από τον ιό SARS-CoV-2. Η παραπάνω είναι ένας φλεγμονώδης μηχανισμός που ενοχοποιείται για τις οξείες πνευμονικές βλάβες, καθώς και την επιδείνωση της πνευμονίας, αλλά και την εμφάνιση του συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας. Κατά συνέπεια, τα φάρμακα που αναστέλλουν το RAAS μπορούν πιθανώς να προστατεύσουν από τις παραπάνω συνέπειες και να βελτιώσουν την πορεία των ασθενών με COVID-19.

Από τα μέχρι σήμερα δεδομένα φαίνεται ότι οι ασθενείς που λαμβάνουν τα παραπάνω αντιϋπερτασικά φάρμακα μπορούν να συνεχίσουν κανονικά τη λήψη τους χωρίς κινδύνους. Το επόμενο ερώτημα είναι αν τα φάρμακα αυτά μπορούν να χορηγηθούν σε ασθενείς με οξεία λοίμωξη προκειμένου να βελτιωθεί η πρόγνωσή τους. Αυτό ήδη εξετάζεται σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες.

Βιβλιογραφία: The Conversation