Η σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19 είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει τα επίπεδα των Τ λεμφοκυττάρων που δημιουργούνται από το ανοσοποιητικό σύστημα και προσδίδουν ανοσιακή μνήμη, όπως διαπίστωσε η πρώτη έρευνα που εξέτασε ένα μεγάλο αριθμό ασθενών και τις ανοσιακές αποκρίσεις τους στον SARS-CoV-2. Αναλύθηκε συνολικά ένα μεγάλο φάσμα ανοσιακών αποκρίσεων, από αυτές οδηγούν σε ασυμπτωματική λοίμωξη μέχρι αυτές που συνδέονται με σοβαρή νόσηση. Στα πλαίσια της έρευνας, οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης και την ανοσιακή απόκριση στους συγγενείς πρώτου βαθμού των ασθενών που νόσησαν από COVID-19.

Παρατηρήθηκε επίσης ότι τα Τ λεμφοκύτταρα διατηρήθηκαν στους ασθενείς που ανάρρωσαν από τον ιό, γεγονός που δείχνει ότι η απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων αποτελεί καλύτερο δείκτη της μακροπρόθεσμης ανοσίας σε σχέση με τα αντισώματα, όπως υποστήριξαν οι ερευνητές.

«Η σημαντικότερη παρατήρηση είναι ότι ο SARS-CoV-2 ενεργοποιεί μία ισχυρή και τυπική απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων για τον ιό στους περισσότερους ασθενείς», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Marcus Buggert, PhD, από το Karolinska Institute στη Στοκχόλμη.

«Θεωρούμε ότι η απόκριση αυτή μπορεί να προστατεύσει σε κάποιο βαθμό από τη σοβαρή νόσηση που προκαλεί ο COVID-19», πρόσθεσε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell.

Εξετάζοντας τα επίπεδα των Τ λεμφοκυττάρων μνήμης θα είναι δυνατό να ξεχωρίσουμε τους ασθενείς με ασυμπτωματική ή ήπια λοίμωξη από COVID-19 «οι οποίοι μεταδίδουν συχνότερα τον ιό», υποστήριξαν οι επιστήμονες.

Επιπλέον, αρκετοί ασθενείς που εξετάστηκαν στην έρευνα παρουσίασαν ισχυρή ανοσιακή απόκριση με Τ λεμφοκύτταρα μνήμης η οποία παρέμεινε για αρκετούς μήνες, ακόμα και χωρίς να έχουν αντισώματα. Η παραπάνω παρατήρηση δείχνει ότι το ‘παράθυρο’ στο οποίο μπορεί να ανιχνευθεί η ανοσιακή απόκριση είναι μεγαλύτερη. Αντιθέτως, τα αντισώματα για τον SARS-CoV-2 ανιχνεύονται ιδανικά στις 3-4 εβδομάδες μετά την έκθεση.

Η παρούσα έρευνα εξέτασε συνολικά 206 ασθενείς και εστίασε στα ειδικά για τον SARS-CoV-2 CD4+ και CD8+ Τ λεμφοκύτταρα.

Μεταξύ των ασθενών που εξετάστηκαν ήταν 17 με οξεία σοβαρή νόσο και 11 με οξεία μέτρια νόσο. Από τους 66 εθελοντές που είχαν αναρρώσει, οι 26 είχαν νοσήσει σοβαρά, ενώ οι 40 είχαν ήπια συμπτώματα.

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης την ανοσιακή απόκριση 30 συγγενών που είχαν εκτεθεί σε ασθενείς με ήπιο ή σοβαρό COVID-19. Οι επιστήμονες εκτίμησαν επίσης τα Τ λεμφοκύτταρα και τα υπόλοιπα ανοσιακά κύτταρα σε 55 εθελοντές που έδωσαν αίμα κατά την περίοδο της πανδημίας, καθώς και 28 που έδωσαν αίμα μέσα στο 2019.

Εκτίμηση της Ανοσίας των Τ Λεμφοκυττάρων

Η έρευνα εξέτασε την απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων για 3 πρωτεΐνες ειδικές για τον SARS-CoV-2 και συγκεκριμένα για μία εσωτερική πρωτεΐνη, μία πρωτεΐνη που βρίσκεται στην περιοχή spike και άλλη μία που βρίσκεται στην κυτταρική μεμβράνη. Το ποσοστό της κάθε ομάδας ασθενών που παρουσίασε απόκριση για τις παραπάνω πρωτεΐνες ήταν ανάλογο με τη σοβαρότητα της νόσου που παρουσίασαν.

Για παράδειγμα, το σύνολο των ασθενών που είχαν αναρρώσει από σοβαρή νόσηση με COVID-19 είχε «ισχυρή» απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων σε καθεμία από τις παραπάνω πρωτεΐνες, ενώ το ποσοστό αυτό ήταν 87% στους ασθενείς που είχαν αναρρώσει από ήπια λοίμωξη. Στην ομάδα των υγιών εθελοντών που είχαν κάνει δωρεά αίματος κατά τη διάρκεια της πανδημίας το ποσοστό ήταν 46%.

Επιπλέον, το 99% των ασθενών που είχαν θετικές εξετάσεις αντισωμάτων, είχε παρουσιάσει επίσης απόκριση των CD4+ και CD9+ T λεμφοκυττάρων ειδική για τον SARS-CoV-2.

Ερμηνεία των Αποτελεσμάτων

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με τα αποτελέσματα και συγκεκριμένα αν θεωρεί ότι ήταν αναμενόμενα, ο Buggert δήλωσε, «Και ναι και όχι. Εκ πρώτης όψεως, προκαλούν έκπληξη. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι τα αντισώματα τυπικά φθίνουν με το χρόνο και, ιδιαίτερα σε άτομα με ηπιότερα συμπτώματα, φτάνουν πολύ γρήγορα σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα».

Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι «τα αποτελέσματα είναι λογικά, καθώς τα ανοσιακά κύτταρα μνήμης, όπως τα Β και τα Τ λεμφοκύτταρα, παραμένουν για αρκετά χρόνια μετά τη λοίμωξη».

Καθώς η έρευνα είχε ορισμένους περιορισμούς, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι θα χρειαστεί να γίνουν νέες έρευνες προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ισχυρή απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων μνήμης επί απουσίας αντισωμάτων μπορεί να προστατεύσει από τη σοβαρή νόσηση με COVID-19.

«Κανένας από τους ασθενείς που ανάρρωσαν δεν έχει νοσήσει εκ νέου από COVID-19», τόνισαν.

Απάντηση σε ένα Σημαντικό Ερώτημα

«Η έρευνα διεξήχθη με μεγάλη προσοχή και συγκέντρωσε μεγάλο ενδιαφέρον καθώς εξέτασε την απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων και των αντισωμάτων σε διαφορετικού βαθμού σοβαρότητα λοίμωξης από COVID-19», υποστήριξε ο Alessandro Sante, PhD, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα.

«Τα αποτελέσματα ουσιαστικά δίνουν καταφατική απάντηση σε ένα ερώτημα που μας έχει απασχολήσει από την αρχή της πανδημίας: Υπάρχει απόκριση Τ λεμφοκυττάρων και αντισωμάτων στους ασθενείς με ήπια ή ασυμπτωματική λοίμωξη από COVID-19;».

Σύμφωνα με τον ίδιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι ορισμένοι ασθενείς παρουσίασαν απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα, χωρίς ωστόσο να έχουν ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων. «Η έρευνα επιβεβαίωσε επίσης ότι ορισμένοι ασθενείς που δεν έχουν εκτεθεί στον SARS-CoV-2 έχουν Τ λεμφοκύτταρα μνήμης γι’ αυτόν, κάτι που έχει παρατηρηθεί επίσης και από άλλες έρευνες», πρόσθεσε.

Τόνισε, ωστόσο, ότι θα πρέπει να γίνουν μεγαλύτερες και πιο λεπτομερείς έρευνες. Ο στόχος των τελευταίων θα είναι να εξεταστεί πόσο συχνά υπάρχει απόκριση Τ λεμφοκυττάρων χωρίς να υπάρχουν ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων, πως να διαχωριστούν τα επίπεδα των Τ λεμφοκυττάρων από τον SARS-CoV-2 σε σχέση με αυτά άλλων κορονοϊών του κοινού κρυολογήματος, καθώς και σε ποιο βαθμό προστατεύουν τα κύτταρα αυτά από μελλοντικές λοιμώξεις.

Βιβλιογραφία: Medscape