Η χρονιότητα ορισμένων συμπτωμάτων μετά τη λοίμωξη με COVID-19 έχει ανοίξει ένα νέο πεδίο έρευνας το οποίο έχει επικεντρωθεί στη σύνδεση ανάμεσα στους μηχανισμούς του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης και αυτούς των χρονίων μετα-ιικών νόσων.

Ορισμένοι ασθενείς που νοσούν από COVID-19 συνεχίζουν να παρουσιάζουν συμπτώματα αρκετούς μήνες αργότερα, ακόμα και όταν οι εξετάσεις τους για τον ιό είναι αρνητικές. Δύο πρόσφατες έρευνες, εκ των οποίων η πρώτη δημοσιεύτηκε στο JAMA τον Ιούλιο και η δεύτερη στο Morbidity and Mortality Weekly Report τον Αύγουστο, έδειξαν ότι η χρόνια κόπωση αποτελεί το συχνότερο σύμπτωμα σε ασθενείς που που παραμένουν συμπτωματικοί 2 εβδομάδες μετά την αρχική εμφάνιση των συμπτωμάτων του COVID-19.

Αν και ορισμένα από τα χρόνια συμπτώματα είναι ειδικά για τον COVID-19, όπως ο βήχας, η στηθάγχη και η δύσπνοια, άλλα ομοιάζουν με αυτά του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, μία νόσο που χαρακτηρίζεται από έντονο αίσθημα κόπωσης που παραμένει για περισσότερο από 6 μήνες, αίσθημα κακουχίας μετά την άσκηση, ύπνο που δεν ανακουφίζει και ορθοστατική δυσανεξία ή/και έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών. Αν και η αιτιολογία του συνδρόμου είναι προς το παρόν άγνωστη, φαίνεται ότι συχνά ακολουθεί αρκετές ιογενείς λοιμώξεις.

Στη συνάντηση του International Association for Chronic Fatigue Syndrome/Myalgic Encephalomyelitis την προηγούμενη Παρασκευή, οι επιστήμονες εξέτασαν ποιο ποσοστό των ασθενών με COVID-19 πληροί τα κριτήρια του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, εξερευνώντας παράλληλα τους υποκειμένους μηχανισμούς.

«Είναι μία καλή ευκαιρία να εξετάσουμε τους μηχανισμούς και τα αίτια του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης. Αρκετές έρευνες για το σύνδρομο προσφέρουν επίσης σημαντικές πληροφορίες και για τον COVID-19», δήλωσε η αντιπρόεδρος του IACFS/ME, Lily Chu.

Δεδομένα από την Επιδημία του SARS

Κατά τη συνάντηση, ο Harvey Moldofky, MD, υποστήριξε ότι αυτή δεν είναι πρώτη φορά που εξετάζεται η σύνδεση ανάμεσα σε ένα κορονοϊό και το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. Εξηγώντας τη θεωρία του, ο επιστήμονας από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο, παρουσίασε τα δεδομένα μίας παλαιότερης έρευνας η οποία είχε εξετάσει 22 επαγγελματίες υγείας που μολύνθηκαν με τον ιό SARS-CoV-1. Οι ασθενείς αυτοί ανέφεραν χρόνια κόπωση, μυοσκελετικό άλγος και διαταραχές του ύπνου (επιβεβαιώθηκαν στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα) σχεδόν 1-3 χρόνια μετά τη νόσηση με τον ιό. Κανένας από τους ασθενείς δεν ήταν ικανός να επιστρέψει στη δουλειά του 1 χρόνο μετά τη νόσηση από SARS.

«Εξετάζουμε αν συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και με τον SARS-CoV-2», εξήγησε ο Moldofsky. «Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε σε τι ποσοστό εμφανίζεται η παραπάνω επιπλοκή, θα χρειαστεί σίγουρα να γίνουν επιδημιολογικές μελέτες».

Διαχωρισμός του Συνδρόμου Χρόνιας Κόπωσης από τα Άλλα Συμπτώματα Μετα-Ιικών Συνδρόμων

Καθώς οι ασθενείς με συμπτώματα που επιμένουν μετά την αποδρομή του COVID-19 δεν έχουν στο σύνολό τους σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, είναι σημαντικό να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στα περιστατικά.

Κλινικά, σύμφωνα με την Chu, ένας τρόπος να εκτιμηθεί αν ένας ασθενής με συμπτώματα COVID-19 που επιμένουν έχει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης είναι να ερωτηθεί ειδικά σχετικά με τα επίπεδα της κόπωσης μετά την άσκηση καθώς και το χρόνο που εμφανίζεται η έντονη κόπωση. Στο σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, το αίσθημα κακουχίας και η δραματική επιδείνωση συμπτωμάτων όπως η κόπωση, το άλγος και η έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, εμφανίζονται 1-2 ημέρες μετά την άσκηση και όχι αμέσως μετά από αυτή. Αντιθέτως, στο σύνδρομο δεν εμφανίζεται τυπικά δύσπνοια.

Οι αντικειμενικοί δείκτες του συνδρόμου περιλαμβάνουν επίσης μειωμένη λειτουργία των φυσικών κυττάρων-φονέων και δυσλειτουργία του αυτονόμου νευρικού συστήματος που επιβεβαιώνεται με το tilt-table test.

Αν και σήμερα δεν υπάρχει οριστική θεραπεία για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, η διάγνωσή του επιτρέπει στον ασθενή να μάθει πως θα διατηρεί την ενέργειά του ισορροπώντας τις περιόδους εργασίας με τις περιόδους ξεκούρασης. «Οι τεχνικές αυτές μπορούν να ωφελήσουν όλους τους ασθενείς που υποφέρουν από χρόνια νοσήματα με κόπωση. Μπορούν να τους βοηθήσουν να γίνουν πιο λειτουργικοί», είπε η Chu.

Αν κάποιος ασθενής παρουσιάσει συμπτώματα συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, «ο γιατρός δεν πρέπει να περιμένει 6 μήνες μέχρι να αρχίσει τη διαχείριση των συμπτωμάτων», πρόσθεσε. «Η εφαρμογή των παραπάνω τεχνικών από νωρίς μόνο οφέλη μπορεί να προσφέρει, καθώς έτσι περιορίζεται η επιβάρυνση του οργανισμού και αρκετά δεδομένα έχουν δείξει ότι η νόσος συνδέεται με ανεπάρκειες στην παραγωγή ενέργειας».

Θα Παρουσιαστεί Αύξηση στα Περιστατικά του Συνδρόμου Χρόνιας Κόπωσης μετά την Πανδημία του COVID-19;

Ένα μεγάλο ποσοστό του χρόνου στη συνάντηση αφιερώθηκε στις έρευνες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό εξέλιξη. Για παράδειγμα, ο Leonard Jason, PhD, από το DePaul University στο Σικάγο, αναφέρθηκε σε μία έρευνα που ξεκίνησε το 2014 και εξετάζει τους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συνδρόμου χρόνιας κόπωσης σε φοιτητές που μολύνθηκαν με τον ιό Epstein-Barr. Η έρευνα αυτή προσαρμόστηκε και πλέον εξετάζει και φοιτητές από την ίδια ομάδα που νόσησαν από COVID-19.

Καθώς στην παραπάνω έρευνα έγινε λήψη βιολογικών δειγμάτων από τους εθελοντές, τα αποτελέσματα θα αναδείξουν τους προδιαθεσικούς παράγοντες που συνδέονται με τα χρόνια συμπτώματα οποιουδήποτε από τους 2 ιούς.

Μία άλλη έρευνα η οποία χρηματοδοτήθηκε από το Open Medicine Foundation (OMF), εξετάζει ασθενείς που παίρνουν εξιτήριο από τη ΜΕΘ, μετά τη σοβαρή νόσηση από COVID-19. Όσοι από αυτούς έχουν συμπτώματα που δεν υποχωρούν 6 μήνες αργότερα, θα δώσουν δείγματα αίματος, ούρων και ΕΝΥ, ενώ θα συμπληρώσουν και ερωτηματολόγια. Στους 18-24 μήνες, αυτοί που έχουν ακόμα συμπτώματα θα κάνουν γενωμικές, μεταβολομικές και πρωτεομικές εξετάσεις.

«Χρησιμοποιούμε όλα τα διαθέσιμα δεδομένα για να εξετάσουμε αν μία σοβαρή ιογενής νόσος μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Ronald Tompkins, MD, ScD από το Πανεπιστήμιο του Harvard. Τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας, «θα μας δώσουν νέες πληροφορίες σχετικά με πιθανούς στόχους φαρμάκων ή βιοδείκτες που έχουν χρησιμότητα στην πρόληψη ή θεραπεία της νόσου».

Βιβλιογραφία: Medscape