Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών διατρέχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο COVID-19 συγκριτικά με τις γυναίκες που δεν πάσχουν από την παραπάνω νόσο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας από το Πανεπιστήμιο του Birmingham.

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών αποτελεί μία σχετικά κοινή νόσο σήμερα και επηρεάζει σχεδόν 1 στις 10 γυναίκες. Τα 3 κυριότερα συμπτώματα του συνδρόμου είναι η ασταθής περίοδος, τα υψηλά επίπεδα των ορμονών του ανδρικού φύλου, τα οποία προκαλούν συχνά αυξημένη τριχοφυΐα, καθώς και η παρουσία κύστεων στις ωοθήκες κατά τον υπέρηχο ή τη μαγνητική τομογραφία.

Η γυναίκες που πάσχουν από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών διατρέχουν αυξημένο κίδυνο για διάφορα καρδιομεταβολικά νοσήματα, όπως για παράδειγμα διαβήτη, μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος και υψηλή αρτηριακή πίεση, παράγοντες οι οποίοι έχουν συνδεθεί στο σύνολό τους με αυξημένο κίνδυνο COVID-19.

Θέλοντας να εξετάσουν αν ο αυξημένος κίνδυνος καρδιομεταβολικών νόσων στις ασθενείς με πολυκυστικές ωοθήκες μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο COVID-19, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης εξέτασαν ένα δείγμα του πληθυσμού της Μεγάλης Βρετανίας κατά το 1ο κύμα της πανδημίας από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούλιο του 2020.

Χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά αρχεία ασθενών, οι επιστήμονες ξεχώρισαν 21.292 γυναίκες με σύνδρομο πολκυστικών ωοθηκών και 78.310 χωρίς το παραπάνω σύνδρομο που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

Από τα αποτελέσματα διαπιστώθηκε ότι ο κίνδυνος μόλυνσης με τον SARS-CoV-2 ήταν 51% αυξημένος στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών συγκριτικά με τις γυναίκες ίδιας ηλικίας που δεν είχαν το παραπάνω σύνδρομο.

Το 26% του αυξημένου κινδύνου για COVID-19 στην ομάδα των γυναικών με το σύνδρομο διατηρήθηκε, ακόμα και μετά την προσαρμογή για καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου που εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, όπως για παράδειγμα η παχυσαρκία, η περιορισμένη ρύθμιση της γλυκόζης και η υπέρταση.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας που δημοσιεύτηκαν στο European Journal of Endocrinology, η συχνότητα της COVID-19 στις γυναίκες με το σύνδρομο ήταν σχεδόν διπλάσια σε σχέση με τις γυναίκες χωρίς το σύνδρομο (18.1 περιστατικά έναντι 11.9 περιστατικά ανά 1000 χρόνια ασθενών).

Αν αναλογιστούμε τη συχνότητα του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών στο γενικό πληθυσμό, καταλαβαίνουμε ότι η έρευνα έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάπτυξη στρατηγικών πρόληψης.

Οι γυναίκες που πάσχουν από το παραπάνω σύνδρομο διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για μία σειρά ψυχολογικές διαταραχές, όπως για παράδειγμα κατάθλιψη και άγχος, επομένως κάθε μέτρο πρόληψης θα πρέπει να σταθμιστεί με τον κίνδυνο επιδείνωσης των διαταραχών αυτών.

Σήμερα, αρκετές γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ανησυχούν (δικαιολογημένα) ότι ο αυξημένος κίνδυνος μόλυνσης με COVID-19 θα καταστήσει ακόμα δυσκολότερη την πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα που χρειάζονται.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι η πανδημία έχει ήδη επηρεάσει δραματικά την παροχή υπηρεσιών υγείας και δεν είναι λίγοι οι ασθενείς που έχουν στερηθεί τις επισκέψεις στο γιατρό και τη συμβουλευτική από τον τελευταίο. Αρκετές γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες πιστεύουν ότι ως ευπαθής ομάδα για την COVID-19 θα έχουν μειωμένη πρόσβαση στους γιατρούς, γεγονός που θα καταστήσει δυσκολότερη τη διαχείριση της πάθησής τους.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι η έρευνά τους εξέτασε μόνο τον κίνδυνο μόλυνσης από COVID-19. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να γίνουν νέες μελέτες που θα εξετάσουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης, αλλά και τον κίνδυνο μακροπρόθεσμων επιπλοκών από COVID-19 στις ασθενείς με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.