Το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS) είναι μία σοβαρή κατάσταση που εμφανίζεται όταν ο οργανισμός δεν λαμβάνει επαρκείς ποσότητες οξυγόνου από τους πνεύμονες.

Αποτελεί συνήθως επιπλοκή μίας προϋπάρχουσας λοίμωξης ή ενός τραυματισμού των πνευμόνων. Συχνά, εξελίσσεται πολύ γρήγορα και μπορεί να είναι απειλητικό για τη ζωή.

Το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας είναι αρκετά σοβαρή κατάσταση καθώς μειώνει τη διαθεσιμότητα του οξυγόνου στα διάφορα όργανα. Μπορεί να προκαλέσει πνευμονία, νεφρική ανεπάρκεια, μυϊκή αδυναμία και σύγχυση.

Έρευνες έχουν δείξει ότι το σύνδρομο είναι σπανιότερο στα παιδιά και, ακόμα κι αν εμφανιστεί σε αυτά, δεν είναι απειλητικό για τη ζωή.

Σημεία και Συμπτώματα

Οι περισσότεροι ασθενείς με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας βρίσκονται ήδη στο νοσοκομείο όταν εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα.

Ωστόσο, το σύνδρομο μπορεί να εμφανιστεί και εκτός νοσοκομείου, ως αποτέλεσμα λοιμώξεων όπως η πνευμονία ή με την ακούσια εισπνοή εμέτου.

Τα σημεία και συμπτώματα του συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας περιλαμβάνουν:

  • Σοβαρή δύσπνοια
  • Βήχα
  • Σύγχυση
  • Ναυτία
  • Αίσθημα κόπωσης
  • Ίλιγγο
  • Υπόταση
  • Ιώδη χρώση των χειλέων, των ονύχων ή του δέρματος
  • Πυρετό

Αν η φλεγμονή και τα υγρά παραμείνουν στους πνεύμονες για μεγάλη διάρκεια, η νόσος μπορεί να προοδεύσει στο ινωτικό στάδιο. Μπορεί να παρατηρηθεί πνευμονική ρίκνωση/σύμπτυξη και πνευμοθώρακας.

Σύμφωνα με τον ορισμό του Βερολίνου για το ARDS, η νόσος μπορεί να είναι ήπια, μέτρια ή σοβαρή. Η πιθανότητα επιβίωσης μειώνεται και ο χρόνος παραμονής στη διασωλήνωση αυξάνεται ανάλογα με τη σοβαρότητα της νόσου.

Αίτια

Όταν αναπνέουμε, ο αέρας εισέρχεται από τη ρίνα και το στόμα και φτάνει στους πνεύμονες. Στους πνεύμονες, εισέρχεται στις κυψελίδες, δηλαδή μικρές ασκοειδείς δομές.

Στα τοιχώματα των κυψελίδων υπάρχουν αρκετά τριχοειδή αγγεία. Το οξυγόνο εισέρχεται στις κυψελίδες και από εκεί στην κυκλοφορία του αίματος δια μέσου των τριχοειδών. Αφού εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος μπορεί να φτάσει σε οποιοδήποτε όργανο του σώματος, όπως ο εγκέφαλος, η καρδιά, το ήπαρ και οι νεφροί.

Στο σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, μετά από ένα τραυματισμό ή μία λοίμωξη, παρατηρείται συσσώρευση υγρού στις κυψελίδες. Εμφανίζεται επίσης οίδημα στους πνεύμονες και υπάρχει διαρροή υγρού και πρωτεϊνών από τα τριχοειδή στις κυψελίδες, γεγονός που καθιστά δύσκολη την αναπνοή. Μία αιμορραγία μπορεί επίσης να προκαλέσει διαρροή αίματος εντός των πνευμόνων.

Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει τη λειτουργία των πνευμόνων καθώς οι τελευταίοι δεν μπορούν να πληρωθούν με οξυγόνο ούτε να απομακρύνουν τον διοξείδιο του άνθρακα.

Ως αποτέλεσμα η αναπνοή γίνεται δυσκολότερη και απαιτεί προσπάθεια.

Καθώς τα επίπεδα του οξυγόνου στο αίμα μειώνονται, τα ζωτικά όργανα δεν μπορούν να λάβουν το οξυγόνο που χρειάζονται με αποτέλεσμα να εμφανίζονται σοβαρές βλάβες σε αυτά.

Διάφορες νόσοι ή καταστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε εμφάνιση συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, όπως:

  • Λοιμώξεις των πνευμόνων και του θώρακα ή η πνευμονία
  • Η γρίπη
  • Άλλες λοιμώξεις
  • Επιπλοκές μίας χειρουργικής επέμβασης
  • Μετάγγιση αίματος
  • Θρόμβος στους πνεύμονες
  • Εισπνοή τοξικών ουσιών
  • Εισπνοή του εμέτου
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
  • Τοκετός
  • Εισπνοή καπνού (για παράδειγμα από μία φωτιά στο σπίτι)
  • Εισρόφηση θαλασσινου νερού στους πνεύμονες
  • Υπόταση λόγω καταπληξίας
  • Υπερβολική δόση φαρμάκων όπως η ασπιρίνη, η προποξυφένη, η μεθαδόνη και η ηρωίνη
  • Επιληπτικοί σπασμοί
  • Εγκεφαλικό επεισόδιο

Το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα φλεγμονής του παγκρέατος, σήψης, εγκαυμάτων ή αντίδρασης σε ορισμένα φάρμακα.

Οι λοιμώξεις των πνευμόνων και η πνευμονική σήψη ενοχοποιούνται για το 46% των περιστατικών του συνδρόμου, ενώ το 33% αποδίδεται σε άλλες λοιμώξεις.

Σήμερα είναι άγνωστο γιατί οι παθήσεις που δεν επηρεάζουν άμεσα τους πνεύμονες μπορεί να προκαλέσουν σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας. Μία θεωρία είναι ότι ο οργανισμός παράγει επιβλαβείς ουσίες που κατακλύζουν το αναπνευστικό σύστημα.

Παράγοντες Κινδύνου

Ορισμένοι ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας.

Οι παράγοντες κινδύνου για το ARDS περιλαμβάνουν:

  • Το κάπνισμα
  • Την αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ
  • Τη θεραπεία με οξυγόνο για κάποια άλλη πνευμονική νόσο
  • Το πρόσφατο ιστορικό χειρουργικής επέμβασης ή χημειοθεραπείας
  • Την παχυσαρκία
  • Τα χαμηλά επίπεδα πρωτεϊνών στο αίμα

Το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας εμφανίζεται συνήθως μέσα σε 24-48 ώρες από το αίτιο που το προκαλεί, ωστόσο τα συμπτώματα γίνονται αντιληπτά περίπου 4-5 ημέρες αργότερα.

Διάγνωση

Οι εξετάσεις που γίνονται για τη διάγνωση του συνδρόμου περιλαμβάνουν:

  • Εξετάσεις αίματος, για να προσδιοριστούν τα επίπεδα του οξυγόνου στο αίμα και να διαπιστωθεί αν υπάρχει λοίμωξη.
  • Παλμική οξυμετρία, κατά την οποία τοποθετείται ένας αισθητήρας στο δάκτυλο ή στο αυτί, με σκοπό να διαπιστωθεί ποια είναι η ποσότητα του οξυγόνου που περνά στο αίμα.
  • Ακτινογραφία, η οποία δείχνει σε ποια σημεία του πνεύμονα υπάρχει συσσώρευση υγρών, καθώς και αν υπάρχει διόγκωση της καρδιάς.
  • Αξονική τομογραφία, καθώς προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τις δομές της καρδιάς και των πνευμόνων.
  • Ηχοκαρδιογράφημα, με υπέρηχο για να εξεταστεί η καρδιακή λειτουργία.
  • Άλλες εξετάσεις της καρδιακής λειτουργίας, καθώς αρκετά σημεία και συμπτώματα του ARDS ομοιάζουν με αυτά άλλων καρδιακών παθήσεων.
  • Λήψη υγρού από τους πνεύμονες, προκειμένου να προσδιοριστεί ποια είναι αιτία της λοίμωξης.

Καθώς δεν υπάρχει ειδική εξέταση για το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, χρειάζεται συνήθως να γίνει μία πλήρης εκτίμηση προκειμένου να αποκλειστούν άλλες παθήσεις από τη διαφορική διάγνωση, όπως η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και η πνευμονία.

Θεραπεία

Η θεραπεία έχει ως στόχο να:

  • Αντιμετωπίσει τη νόσο ή τον τραυματισμό που οδήγησε στην εμφάνιση του συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας.
  • Αυξήσει τα επίπεδα του οξυγόνου στο αίμα.

Οι περισσότεροι ασθενείς με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας θα εισαχθούν στη ΜΕΘ.

Ανάλογα με την κατάστασή τους, μπορεί να χρειαστούν εξωτερική χορήγηση οξυγόνου με μάσκα ή διασωλήνωση. Θα χορηγηθούν επίσης υγρά και θρεπτικές ουσίες.

Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να γίνει επίσης καταστολή ή χορήγηση διουρητικών προκειμένου να μειωθεί η ποσότητα των υγρών στον οργανισμό.

Η οξυγόνωση με εξωσωματική μεμβράνη (ECMO) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αυξηθούν τα επίπεδα του οξυγόνου. Η συσκευή αυτή αντλεί το οξυγόνο από το αίμα, προσθέτει οξυγόνο και απομακρύνει το διοξείδιο του άνθρακα και στη συνέχεια το επανεισάγει στον οργανισμό. Ωστόσο, καθώς το ECMO έχει αρκετούς κινδύνους και πιθανές επιπλοκές, πρέπει να γίνεται μόνο όταν τα οφέλη υπερβαίνουν τους κινδύνους.

Αν το αίτιο είναι μία λοίμωξη, μπορεί να χορηγηθούν και αντιβιοτικά.

Η θεραπεία συνεχίζεται μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση των πνευμόνων.

Πρόγνωση

Εφόσον δεν λάβουν θεραπεία, το 90% των ασθενών με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας θα καταλήξουν.

Στο παρελθόν, τα ποσοστά θνησιμότητας του συνδρόμου ξεπερνούσαν το 50%, ωστόσο το ποσοστό αυτό σήμερα είναι πολύ χαμηλότερο, καθώς υπάρχουν πλέον νέες θεραπείες.

Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο World Journal of Gastroenterology to 2010 διαπίστωσε ότι η θνησιμότητα του συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας είναι 30-40%. 20 χρόνια πριν τη δημοσίευση του άρθρου, η θνησιμότητα ήταν 50-70%.

Η θνησιμότητα από το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας αποδίδεται συνήθως στις επιπλοκές του, όπως η νεφρική ανεπάρκεια. Σε άλλες περιπτώσεις, ο θάνατος προκαλείται από την προϋπάρχουσα νόσο η οποία ευθύνεται για το σύνδρομο.

Το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμες επιπλοκές οι οποίες περιλαμβάνουν πνευμονικές βλάβες, βλάβες στους μύες και τα νεύρα, άλγος ή αδυναμία. Ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν επίσης διαταραχή μετατραυματικού στρες και κατάθλιψη.

Αρκετοί ασθενείς χρειάζονται χορήγηση θεραπείας για μεγάλη διάρκεια, ιδιαίτερα αν έχουν παρουσιάσει βλάβες σε διάφορα όργανα ή στους μύες.

Στους περισσότερους ασθενείς που επιβιώνουν από το σύνδρομο, η πνευμονική λειτουργία επανέρχεται σε 6-12 μήνες.