Οι γιατροί και οι γονείς πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί για την εμφάνιση συμπτωμάτων του συνδρόμου MIS-C στα παιδιά που έχουν διαγνωστεί ή εκτεθεί στον COVID-19, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine. Το MIS-C είναι ένα φλεγμονώδες σύνδρομο που επηρεάζει 2 ή περισσότερα οργανικά συστήματα και εμφανίζεται συνήθως ως επιπλοκή της λοίμωξης ή έκθεσης στον COVID-19.

Η έρευνα εξέτασε συνολικά 186 παιδιά με MIS-C από τις ΗΠΑ, εκ των οποίων 27 από τη Νέα Υόρκη, από τις 16 Μαρτίου μέχρι τις 20 Μαΐου. Το άρθρο περιγράφει τα κλινικά χαρακτηριστικά, τις θεραπείες και την πορεία των ασθενών με MIS-C.

«Η έρευνά μας προσφέρει νέα στοιχεία για τις επιδράσεις του COVID-19 στα παιδιά», είπε ο καθηγητής Lawrence C. Kleinman, επικεφαλής του Division of Population Health, Quality and Implemenetation Sciences από το Rutgers Robert Wood Johnson Medical School. «Πλέον γνωρίζουμε ότι η αντίληψη που υπήρχε στην αρχή της πανδημίας, δηλαδή ότι τα παιδιά δεν μπορούν να νοσήσουν από COVID-19, είναι λανθασμένη. Ορισμένα παιδιά μπορεί να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση».

«Στο παρόν άρθρο αναφέρονται αρκετά περιστατικά όπου, ακόμα και επί απουσίας ισχυρών δεδομένων, οι γιατροί κατάφεραν να ανακαλύψουν θεραπείες και φάρμακα που χρησιμοποιούνται για άλλες παθήσεις, τα οποία ωφέλησαν τους ασθενείς», δήλωσε ο Steven Horwitz, αναπληρωτής καθηγητής παιδιατρικής στο Rutgers Robert Wood Johnson Medical School. «Τα παιδιά με MIS-C μπορεί να νοσήσουν σοβαρά και αρκετά χρειάζονται φάρμακα ή άλλες θεραπείες για την υποστήριξη της αναπνοής και της καρδιακής λειτουργίας. Ωστόσο, με την κατάλληλη αγωγή, η πλειοψηφία των παιδιών και των εφήβων αναρρώνει πολύ γρήγορα».

Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, τα συμπτώματα του συνδρόμου εμφανίζονται συνήθως 2-4 εβδομάδες μετά την έκθεση στον SARS-CoV-2, τον ιό δηλαδή που προκαλεί COVID-19. Στα παιδιά που είχαν επιβεβαιωμένη λοίμωξη COVID-19, η μέση διάρκεια για την εμφάνιση των συμπτωμάτων φλεγμονής ήταν 25 ημέρες. Πάνω από τα 2/3 των παιδιών και εφήβων δεν είχαν συνοδά νοσήματα πριν τη λοίμωξη από COVID-19, ενώ 4/5 παιδιά που νοσηλεύτηκαν για MIS-C, εισήχθησαν στη ΜΕΘ. Πάνω από τα 2/3 των παιδιών της έρευνας ήταν άνω των 5 ετών. Στις 20 Μαΐου, το 70% των παιδιών της έρευνας είχε πάρει εξιτήριο, το 28% συνέχισε τη νοσηλεία, ενώ το 2% κατέληξε.

Καθώς τα συμπτώματα του MIS-C εντοπίζονται κυρίως στην καρδιά και τα αγγεία, το σύνδρομο είχε παραλληλιστεί αρχικά με τη νόσο Kawasaki. Η έρευνα από το New England Journal of Medicine έδειξε ότι τα παραπάνω αποτελούν ξεχωριστές νόσους. Η MIS-C σχετίζεται με συχνότερα και σοβαρότερα προβλήματα από την καρδιά, εμφανίζεται σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα και στο γαστρεντερικό.

Η έρευνα ξεκίνησε αρχικά από το Boston Children’s Hospital, ωστόσο αργότερα εξέτασε και περιστατικά από τη Νέα Υόρκη. Αν και σύμφωνα με τον ορισμό της νόσου πρέπει να επηρεάζονται τουλάχιστον 2 οργανικά συστήματα, σε περισσότερα από τα 2/3 των ασθενών είχαν επηρεαστεί 4 ή περισσότερα συστήματα.

Λόγω του μεγάλου εύρους συμπτωμάτων που έχουν σχετιστεί με τη νόσο, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, εξάνθημα, αίσθημα κόπωσης, δύσπνοια και κοιλιακό άλγος, οι γονείς πρέπει να απευθύνονται στον γιατρό σε περίπτωση του το παιδί τους έχει εκτεθεί στον SARS-CoV-2 και παρουσιάζει τα παραπάνω συμπτώματα.

Οι ερευνητές τόνισαν ότι οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις του συνδρόμου είναι ακόμα άγνωστες. Επιπλέον, υπάρχει η πιθανότητα το MIS-C να εμφανίζεται και σε πιο ήπιες μορφές ή να επηρεάζει 1 μόνο οργανικό σύστημα, με αποτέλεσμα να μην διαγιγνώσκεται. Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι οι γιατροί πρέπει να συνεργαστούν τόσο σε κλινικό όσο και σε ερευνητικό επίπεδο προκειμένου να μάθουμε περισσότερα για τη διάγνωση και τη θεραπεία του συνδρόμου στα παιδιά. Τόνισαν επίσης ότι οι γιατροί που εξετάζουν παιδιά και διαπιστώνουν ότι έχουν συμπτώματα του MIS-C δεν πρέπει να φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια από άλλους γιατρούς σχετικά με τη διάγνωση και τα θεραπευτικά πρωτόκολλα.