Η αναζήτηση φυσικών θεραπειών με υψηλή αποτελεσματικότητα και ασφάλεια έχει αποτελέσει στόχο της έρευνας για την αντιμετώπιση κάθε νόσου, από το κοινό κρυολόγημα μέχρι την COVID-19. Η αναζήτηση αυτή ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει στην εξέταση των συμπληρωμάτων διατροφής ως προς τη χρησιμότητά τους για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση του ιού που ευθύνεται για την παρούσα πανδημία.

Πράγματι, αρκετές ουσίες όπως ο ψευδάργυρος, η μελατονίνη, η βιταμίνη C, η βιταμίνη D, καθώς και άλλα μέταλλα ή βιταμίνες, έχουν χορηγηθεί από γιατρούς για την πρόληψη της νόσου από την αρχή της πανδημίας. Πόσο αποτελεσματικά είναι, ωστόσο, τα παραπάνω συμπληρώματα;

Μέσω Ποιων Μηχανισμών Μπορεί να Βοηθούν στην Πρόληψη ή Αντιμετώπιση της COVID-19;

Αν και οι κλινικές μελέτες μπορεί να δείξουν ότι ένα φάρμακο είναι αποτελεσματικό, συχνά δεν γνωρίζουμε σε ποιο μηχανισμό αποδίδονται οι δράσεις του. Όταν τα αντιβιοτικά ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1920, υπήρχαν ελάχιστα δεδομένα σχετικά με το μηχανισμό δράσης τους. Ωστόσο, η άγνοια αυτή δεν σταμάτησε τους γιατρούς, οι οποίοι χορηγούσαν τακτικά τα παραπάνω φάρμακα για την αντιμετώπιση μίας σειράς παθήσεων.

Όταν δεν γνωρίζουμε ακριβώς το μηχανισμό δράσης ενός φαρμάκου, μία λογική εξήγηση σχετικά με τις επιδράσεις του μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητά του ως θεραπεία, μέσω του φαινομένου placebo.

Υπάρχουν, όμως, θεωρίες που μπορούν να εξηγήσουν γιατί ουσίες όπως η βιταμίνη C, η βιταμίνη D, ο ψευδάργυρος και η μελατονίνη μπορεί να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των ιών; Ας τις εξετάσουμε ξεχωριστά.

  • Η βιταμίνη C είναι ένα αντιοξειδωτικό που χρησιμοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια για την ενίσχυση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.
  • Ο ψευδάργυρος έχει επίσης αντιιική δράση, καθώς βελτιώνει τη λειτουργία των ανοσιακών κυττάρων, περιορίζοντας παράλληλα την ικανότητα πολλαπλασιασμού των ιών.
  • Ορισμένα δεδομένα έχουν δείξει επίσης ότι ο συνδυασμός των παραπάνω ουσιών μπορεί να περιορίσει τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του κοινού κρυολογήματος.

Για τη βιταμίνη D και τη μελατονίνη, τα δεδομένα είναι περιορισμένα. Αν και ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι έχουν θετικές επιδράσεις στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, ακόμα δεν έχει διαπιστωθεί συγκεκριμένες επιδράσεις στην πορεία των ιογενών λοιμώξεων.

Υπάρχουν Δεδομένα Ερευνών για τα Παραπάνω Συμπληρώματα στην COVID-19;

Αν και η COVID-19 αποτελεί μία σχετικά νέα νόσο, μερικές έρευνες έχουν ήδη εξετάσει την αποτελεσματικότητα διαφορετικών συμπληρωμάτων στην αντιμετώπιση και πρόληψή της. Ωστόσο, τα αποτελέσματά τους κάθε άλλο παρά πειστικά είναι.

Για παράδειγμα, ορισμένες μελέτες παρατήρησης συνέδεσαν τα χαμηλότερα επίπεδα βιταμινών στο αίμα με αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης με τον ιό SARS-CoV-2. Ωστόσο, οι έρευνες αυτές δεν μπορούν να αποδείξουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στα επίπεδα της βιταμίνης D και τον κίνδυνο COVID-19. Μάλιστα, μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη που εξέτασε τη χορήγηση βιταμίνης D σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή COVID-19 δεν διαπίστωσε καμία σύνδεση.

Αντίστοιχα, μία μελέτη του 2021 που εξέτασε τη χρησιμότητα του ψευδαργύρου και της βιταμίνης C σε ασθενείς με ήπια COVID-19, δεν διαπίστωσε οφέλη. Η παραπάνω μελέτη χώρισε τους ασθενείς σε 4 ομάδες στις οποίες χορηγήθηκαν:

  • 8.000 mg βιταμίνης C ημερησίως (η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη είναι 75mg/ημέρα για τις γυναίκες και 90mg/ημέρα για τους άνδρες)
  • 50 mg ψευδαργύρου ημερησίως (η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη είναι 8mg/ημέρα για τις γυναίκες και 11mg/ημέρα για τους άνδρες)
  • Και τα δύο συμπληρώματα στις παραπάνω δόσεις
  • Κανένα συμπλήρωμα

Όπως διαπίστωσε η μελέτη, οι ασθενείς που έπαιρναν οποιοδήποτε ή και τα δύο συμπληρώματα δεν είχαν καλύτερη πρόγνωση ή ταχύτερη υποχώρηση των συμπτωμάτων σε σχέση με την ομάδα που έπαιρνε placebo.

Οι υποστηρικτές της μελατονίνης έχουν ασκήσει πίεση στην επιστημονική κοινότητα για τη διεξαγωγή μελέτης που θα εξετάσει το παραπάνω συμπλήρωμα, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία έρευνα.

Γιατί να μην Πάρουμε τα Συμπληρώματα, ακόμα και επί Απουσίας Ισχυρών Δεδομένων;

Παρά την πληθώρα ερωτημάτων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των παραπάνω συμπληρωμάτων, αρκετοί ασθενείς τα χορηγούσαν στους ασθενείς τους κατά τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας. Η λογική τους ήταν ότι δεν υπάρχει κάποια γνωστή θεραπεία για τη νόσο, ενώ γνωρίζουμε ότι τα συμπληρώματα αυτά είναι ασφαλή από τις δεκαετίες κυκλοφορίας τους στην αγορά.

Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί πιθανοί κίνδυνοι από αυτή την προσέγγιση, όπως για παράδειγμα οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συμπληρωμάτων, οι αλλεργικές αντιδράσεις σε αυτά, οι αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, καθώς και οι επιπλοκές μίας υπερβολικής δόσης. Συγκεκριμένα:

  • Οι υψηλές δόσεις βιταμίνης C μπορεί να προκαλέσουν διάρροια ή στομαχικές διαταραχές. Υπάρχουν επίσης δεδομένα που δείχνουν ότι οι υψηλές δόσεις του παραπάνω συμπληρώματος μπορεί να επηρεάσουν τη δράση των αντιπηκτικών και των φαρμάκων για τη μείωση της χοληστερόλης.
  • Η βιταμίνη D, με τη σειρά της, όταν λαμβάνεται σε υψηλές δόσεις μπορεί να προκαλέσει σοβαρά συμπτώματα, όπως στομαχικές διαταραχές, νεφρικές βλάβες ή παγκρεατίτιδα.

Είναι προφανές ότι οι ασθενείς που έχουν ανεπάρκειες των παραπάνω βιταμινών θα πρέπει να λάβουν συμπληρώματα. Οι ανεπάρκειες ψευδαργύρου ή βιταμίνης D είναι αρκετά συχνές και μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν δεδομένα ότι είναι αποτελεσματικά στην πρόληψη της COVID-19, οι ασθενείς με ανεπάρκειες θα πρέπει να συνεχίσουν να τα λαμβάνουν. Για παράδειγμα, ένα άτομο που δεν εκτίθεται αρκετά στον ήλιο και δεν καταναλώνει γαλακτοκομικά προϊόντα θα πρέπει ίσως να λάβει συμπληρώματα βιταμίνης D. Φυσικά, η ανεπάρκεια της βιταμίνης μπορεί να επιβεβαιωθεί με εξετάσεις αίματος.

Αν παίρνετε ήδη συμπληρώματα, θα πρέπει να συνεχίσετε κανονικά τη λήψη τους, εκτός αν λάβετε αντίθετη οδηγία από το γιατρό σας.

Συμπέρασμα

Σήμερα, δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης C, βιταμίνης D, ψευδαργύρου ή μελατονίνης έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση ή πρόληψη της COVID-19. Ωστόσο, στο μέλλον μπορεί να δημοσιευτούν μελέτες που να δείχνουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συμπληρώματα αυτά μπορεί να προσφέρουν οφέλη.

Εν τω μεταξύ, δεν πρέπει να αγνοούμε τα αποτελέσματα των ερευνών απλά και μόνο επειδή διαφωνούν με αυτό που ελπίζαμε και θα πρέπει να βασιζόμαστε στις επίσημες οδηγίες ή στις οδηγίες του γιατρού μας για τη λήψη οποιουδήποτε συμπληρώματος.