Γνωρίζουμε πλέον ότι ο SARS-CoV-2, ο ιός δηλαδή που ευθύνεται για τον COVID-19 μπορεί να κυκλοφορεί και το καλοκαίρι. Τι θα συμβεί όμως το φθινόπωρο και το χειμώνα; Μπορεί να έχουμε ένα 2ο και πιθανώς σοβαρότερο κύμα νέων περιστατικών; Σύμφωνα με τους ειδικούς, με βάση τη συμπεριφορά προηγουμένων ιών που παρουσιάζουν εποχικότητα, όπως ο Η1Ν1, αλλά και ο ιός που ευθύνεται για την Ισπανική γρίπη, το σενάριο αυτό συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες.

Αν ο ιός SARS-CoV-2 αρχίσει να προκαλεί νέα περιστατικά το χειμώνα, θα προστεθεί στα νοσήματα που ήδη κυκλοφορούν την εποχή αυτή και περιλαμβάνουν τη γρίπη, τους ρινοϊούς, τους αναπνευστικούς συγκυτιακούς ιούς (RSV) και τα άλλα 4 είδη κορονοϊών που κυκλοφορούν το χειμώνα και προκαλούν κοινό κρυολόγημα.

Πώς αλληλεπιδρούν όλοι οι παραπάνω ιοί με τον SARS-CoV-2; Είναι δυνατό να συνυπάρχουν αρμονικά με τον SARS-CoV-2 ή μπορεί να περιορίσουν την εξάπλωσή του; Προς το παρόν δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα συμβεί, ωστόσο σίγουρα εξετάζοντας δεδομένα του παρελθόντος μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα.

Προστατευτική Δράση;

Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Άγγλος ιατρός Edward Jenner παρατήρησε ότι οι γυναίκες που αρμέγουν αγελάδες σπάνια νοσούν από ευλογιά. Όπως σωστά μάντεψε, η έκθεση στον ιό cowpox, ο οποίος προκαλεί μία ηπιότερη μορφή της ευλογιάς στις αγελάδες, προσέφερε κάποιου βαθμού προστασία από την ευλογιά.

Ο Jenner, ο οποίος ήταν περισσότερο γνωστός για τη δουλειά του στα εμβόλια, κατέληξε ουσιαστικά σε μία σημαντική παρατήρηση: τα διάφορα είδη παθογόνων συχνά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η έκθεση σε ένα παθογόνο μπορεί να αναστείλει την ικανότητα εξάπλωσης ενός άλλου παθογόνου.

Το γεγονός ότι ο ιός cowpox μπορεί να προστατεύσει εν μέρει από τον ιό της ευλογιάς, βασίζεται κυρίως στις δομικές ομοιότητες των δύο ιών. Όταν ένας ασθενής μολύνεται με τον ιό cowpox, το ανοσοποιητικό σύστημα εκκινεί μία ταχεία, μη ειδική απόκριση που ακολουθείται από μία πιο αργή και πιο στοχευμένη απόκριση για τον ιό.

Μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της λοίμωξης, ο οργανισμός «θυμάται» το σχήμα του ιού, έτσι ώστε να μπορεί να τον αναγνωρίσει και να τον αντιμετωπίσει ταχέως στο ενδεχόμενο μίας μελλοντικής επανέκθεσης. Οι δομικές ομοιότητες ανάμεσα στον ιό της ευλογιάς και τον ιό cowpox είναι αρκετές και ως αποτέλεσμα ο οργανισμός δημιουργεί κάποιου βαθμού ανοσία στον 1ο μετά την έκθεση στον τελευταίο.

Το φαινόμενο αυτό λέγεται “cross protection” και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων της γρίπης. Κάθε χρόνο, το Φεβρουάριο, μία ομάδα επιστημόνων προσπαθεί να προβλέψει ποια είναι τα στελέχη της γρίπης που θα κυκλοφορήσουν στην επόμενη εποχή της γρίπης. Προφανώς, η εκτίμησή τους δεν είναι πάντοτε σωστή, ωστόσο το εμβόλιο μπορεί πάντοτε να προστατεύσει από αρκετές λοιμώξεις χάρη στο παραπάνω φαινόμενο.

Το ίδιο φαινόμενο μπορεί να εξηγήσει επίσης γιατί οι ηλικιωμένοι είχαν χαμηλότερα ποσοστά νόσησης και θνησιμότηατς κατά την πανδημία του Η1Ν1 το 2009. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα είχαν κυκλοφορήσει αρκετά στελέχη που έμοιαζαν αρκετά με την Η1Ν1 και οι ασθενείς που είχαν νοσήσει από αυτά, είχαν διατηρήσει κάποιου βαθμού ανοσία για δεκαετίες.

Το “cross protection” έχει επίσης σημαντικό ρόλο στον κύκλο μετάδοσης των εποχικών κορονοϊών. Οι 4 κορονοϊοί που προκαλούν κοινό κρυολόγημα χωρίζονται σε δύο ξεχωριστές κατηγορίες, τους ιούς α και τους ιούς β. Κάθε χρόνο, ο ένας από τους δύο ιούς του ιδίου είδους καταστέλλει τον άλλο, με αποτέλεσμα τα κυκλοφορούντα στελέχη να παρουσιάζουν περιοδικότητα με διάρκεια περίπου 2 ετών. Ο ιός SARS-CoV-2 είναι ένας β κορονοϊός, επομένως θα πρέπει πιθανώς να ανταγωνιστεί τους άλλους 2 ιούς της ίδιας κατηγορίας το φθινόπωρο και το χειμώνα.

Μία πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών που έχουν νοσήσει από τους εποχικούς κορονοϊούς α και β μπορεί να αναγνωρίσει τον ιό SARS-CoV-2. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι ασθενείς αυτοί έχουν ανοσία, ωστόσο πιθανώς προσφέρει κάποιου βαθμού προστασία.

Το φαινόμενο του “cross protection” μπορεί να εμφανιστεί επίσης και σε ιούς που φαινομενικά δεν σχετίζονται μεταξύ τους. Το 2009, η πανδημία του Η1Ν1 καθυστέρησε την εποχή του RSV για λίγες εβδομάδες. Αντίστοιχες μεταβολές έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Η προστασία αυτή αποδίδεται πιθανώς στο ταχύτερο και γενικότερο κομμάτι της ανοσιακής απόκρισης. Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα έχει ενεργοποιηθεί, μπορεί να αντιμετωπίσει ευκολότερα και τις λοιμώξεις που προκαλούνται από άλλα παθογόνα.

Επιδείνωση της Νόσησης

Το παραπάνω φαινόμενο δεν είναι όμως το μοναδικό που εμφανίζεται κατά τις αλληλεπιδράσεις διαφορετικών ιών. Συχνά, ένας ιός μπορεί να επιδεινώσει τη νόσηση που προκαλεί ένα άλλο παθογόνο. Για παράδειγμα, ο ιός HIV και ο ιός της ιλαράς στοχεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα, αποδυναμώνοντας τις άμυνες του οργανισμού με αποτέλεσμα ο ασθενής να κινδυνεύει περισσότερο από άλλα παθογόνα.

Ωστόσο, υπάρχει και ένας άλλος μηχανισμός μέσω του οποίου αυξάνεται η ευαισθησία σε άλλα παθογόνα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η λοίμωξη από έναν ιό, μπορεί να διευκολύνει την εγκατάσταση ενός συγγενικού προς αυτό στελέχους. Ένα παράδειγμα του παραπάνω μηχανισμού σχετίζεται με το Δάγγειο πυρετό. Η πρώτη λοίμωξη με τον παραπάνω ιό είναι συνήθως ήπια, ενώ η δεύτερη μπορεί να είναι ακόμα και απειλητική για τη ζωή. Το στέλεχος που προκαλεί τη δεύτερη λοίμωξη μπορεί να προσκολληθεί στα αντισώματα που δημιουργήθηκαν μετά την πρώτη λοίμωξη, γεγονός που του επιτρέπει να εισέλθει ευκολότερα στα κύτταρα και να προκαλέσει σοβαρότερη λοίμωξη.

Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν κάτι αντίστοιχο ισχύει και με τον SARS-CoV-2, αλλά αν αυτό επιβεβαιωθεί τότε το ιστορικό λοίμωξης από SARS-CoV-2 ή έναν άλλο κορονοϊό πιθανώς θα συνδέεται με σοβαρότερη και όχι ηπιότερη νόσηση.

Το Μέλλον

Προς το παρόν δεν μπορούμε ακόμα να γνωρίζουμε τι θα συμβεί τους επόμενους μήνες, ωστόσο καθώς δημοσιεύονται συνεχώς νέα δεδομένα, σύντομα θα έχουμε μία καλύτερη εικόνα. Αυτή τη στιγμή το Νότιο Ημισφαίριο έχει χειμώνα, επομένως θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τι συμβαίνει με τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα διαφορετικά στελέχη των ιών του αναπνευστικού συστήματος.

Επιπλέον, αρκετές έρευνες διεξάγονται αυτή τη στιγμή και εξετάζουν τι συμβαίνει με τους ιούς του αναπνευστικού συστήματος στις πυκνοκατοικημένες περιοχές. Οι δύο σημαντικότερες από τις παραπάνω έρευνες προέρχονται από τη Νέα Υόρκη και το Σιάτλ. Συνδυάζοντας τα δεδομένα των δύο παραπάνω ερευνών με τις πληροφορίες για την εξάπλωση του SARS-CoV-2 θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε ποια είναι η συμπεριφορά του ιού κατά τις αλληλεπιδράσεις του με άλλους ιούς.

Τα διαθέσιμα μοντέλα, αλλά και η εμπειρία μας από τις επιδημίες της γρίπης του παρελθόντος προς το παρόν δείχνουν ότι ο SARS-CoV-2 θα παραμείνει για αρκετό καιρό. Αν και αυτή τη στιγμή ο αριθμός των ιών του αναπνευστικού συστήματος δεν είναι μικρός, φαίνεται ότι υπάρχει χώρος για ένα ακόμα παθογόνο.

Βιβλιογραφία: The Conversation