Η πλειοψηφία των εξετάσεων για το νέο κορονοϊό περιλαμβάνουν λήψη ρινοφαρυγγικού δείγματος το οποίο στέλνεται για γενετική ανάλυση.

Η ανάλυση γίνεται με μία εργαστηριακή τεχνική που λέγεται αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης με αντίστροφη μεταγραφή (RT-PCR), κατά την οποία το γενετικό υλικό του ιού (RNA) μετατρέπεται σε DNA πριν πολλαπλασιαστεί. Το γεγονός αυτό μάς επιτρέπει να ανιχνεύσουμε το γενετικό υλικό του ιού SARS-CoV-2, επιβεβαιώνοντας τη διάγνωση του COVID-19.

Αν και υπάρχουν επίσης ορολογικές εξετάσεις (αντισωμάτων), αυτές χρησιμοποιούνται συνήθως για να επιβεβαιώσουν το ιστορικό λοίμωξης σε ασθενείς που έχουν αναρρώσει και σπάνια γίνονται σε ασθενείς με ενεργό λοίμωξη.

Τις τελευταίες ημέρες γίνεται έντονη συζήτηση για την ακρίβεια των εξετάσεων αντισωμάτων, με ορισμένα από αυτά να αποσύρονται από την κυκλοφορία, εξ’ αιτίας ανησυχίας για την εγκυρότητά τους. Μία νέα ανάλυση δείχνει, ωστόσο, ότι και η ακρίβεια της RT-PCR πιθανώς δεν είναι τόσο υψηλή όσο πιστεύουμε.

Μία ομάδα επιστημόνων από το Johns Hopkins Medicine στη Βαλτιμόρη έδειξε ότι σχεδόν 1 στις 5 εξετάσεις RT-PCR για τον COVID-19 είναι ψευδώς αρνητική, με αποτέλεσμα ο ασθενής να πιστεύει λανθασμένα ότι δεν νοσεί από τον ιό.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Annals of Internal Medicine.

Η Ευαισθησία της Εξέτασης

Από την αρχή της πανδημίας, η RT-PCR ήταν η τυπική εξέταση για τη διάγνωση της νόσου που προκαλεί ο ιός. Ωστόσο, η ακρίβεια της εξέτασης αυτής στην ανίχνευση του SARS-CoV-2, καθώς και η σύνδεσή της με το χρόνο που έχει περάσει από την αρχική λοίμωξη, είναι ασαφής.

Ο προσδιορισμός της ακρίβειας που έχει η παραπάνω εξέταση είναι ιδιαίτερα σημαντικός καθώς τα αποτελέσματά της χρησιμοποιούνται για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων, όπως για παράδειγμα η επιστροφή ενός επαγγελματία υγείας στην εργασία του.

Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι αν ένας γιατρός ή νοσηλευτής λάβει ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα και επιστρέψει στο νοσοκομείο που εργάζεται, θα συνεχίσει να μεταδίδει τον ιό εν αγνοία του. Επιπλέον, οι πληροφορίες από την εξέταση χρησιμοποιούνται από τις κυβερνήσεις για την άρση των περιοριστικών μέτρων.

Θέλοντας να εκτιμήσουν τα ποσοστά των ψευδώς αρνητικών εξετάσεων, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης εξέτασαν τη διαθέσιμη βιβλιογραφία γι’ αυτό το θέμα. Στην ανάλυσή τους συμπεριέλαβαν έρευνες που χρησιμοποίησαν την εξέταση RT-PCR για την ανίχνευση του SARS-CoV-2 και είχαν δεδομένα για το χρόνο έναρξης των συμπτωμάτων αλλά και το χρόνο έκθεσης των ασθενών στον ιό.

Οι επιστήμονες εξέτασαν συνολικά 7 έρευνες, οι οποίες είχαν δεδομένα για 1.330 ασθενείς οι οποίοι είτε νοσηλεύτηκαν είτε αντιμετώπισαν τη λοίμωξη από τον ιό στο σπίτι.

Ποιος είναι ο Ιδανικός Χρόνος για την Εξέταση;

Η ανάλυση έδειξε ότι η πιθανότητα ενός ψευδώς αρνητικού αποτελέσματος εξαρτάται από τη διάρκεια που πέρασε από τη μόλυνση του ασθενούς.

Όπως γνωρίζουμε σήμερα, ο ιός δεν είναι ανιχνεύσιμος αμέσως μετά την έκθεση του ασθενούς σε αυτόν. Την πρώτη ημέρα της μόλυνσης, συγκεκριμένα, η πιθανότητα ψευδώς αρνητικού αποτελέσματος από την εξέταση είναι σχεδόν 100%.

Την 4η ημέρα από την έκθεση στον ιό, το παραπάνω ποσοστό μειώνεται στο 67% και συνεχίζει να μειώνεται μέχρι την 8η ημέρα όπου φτάνει στο 20%. Από το σημείο αυτό, αρχίζει και πάλι να αυξάνεται και στην 3η εβδομάδα μετά την έκθεση η πιθανότητα ψευδώς αρνητικής εξέτασης φτάνει περίπου στο 66% σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων.

Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι ο ιός δεν ανιχνεύεται εύκολα με την RT-PCR τις πρώτες ημέρες μετά την αρχική έκθεση, γεγονός που δείχνει ότι η εξέταση έχει μειωμένη χρησιμότητα σε αυτή την περίοδο (3-5 ημέρες μετά την έκθεση).

Κατά συνέπεια, οι επιστήμονες της έρευνας συνιστούν να μην σταματούν τα μέτρα ατομικής προστασίας ούτε να τερματίζεται πρόωρα η καραντίνα, με βάση τα αποτελέσματα εξέτασης που έγινε σε αυτή την περίοδο. Ομοίως, η εξέταση έχει περιορισμένη διαγνωστική αξία όταν γίνεται μετά από 2-3 εβδομάδες.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι 8 ημέρες μετά την έκθεση (δηλαδή περίπου 3 ημέρες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων) είναι ο ιδανικός χρόνος για να γίνεται η εξέταση.

Το ποσοστό ψευδώς αρνητικού αποτελέσματος φτάνει στην ελάχιστη τιμή του τη στιγμή εκείνη (20%).

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, τα αίτια του υψηλού αυτού ποσοστού, με εξαίρεση τα τεχνικά λάθη, είναι οι διαφορές στην ποσότητα του γενετικού υλικού από το δείγμα που εξετάζεται καθώς και τα σφάλματα κατά τη συλλογή του δείγματος.

Προσοχή στην Ερμηνεία των Αποτελεσμάτων

Με βάση τα αποτελέσματα της ανάλυσής τους, οι επιστήμονες συνιστούν ότι πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων της RT-PCR, ιδιαίτερα αν η εξέταση έγινε νωρίς στην πορεία της νόσου.

Αν κάποιος παρουσιάζει συμπτώματα που παραπέμπουν σε COVID-19 αλλά έχει αρνητικές εξετάσεις, υπάρχει πιθανότητα να είναι ψευδώς αρνητικά και επομένως οι γιατροί θα πρέπει να επανεξετάσουν τον ασθενή.

Για ασθενείς που δεν έχουν πλέον συμπτώματα, οι ερευνητές συνιστούν να γίνεται τόσο RT-PCR όσο και εξέταση αντισωμάτων.