Η εμφάνιση νέων μεταλλαγμένων στελεχών έχει δημιουργήσει ανησυχία σχετικά με το ενδεχόμενο μακροχρόνιας ανοσίας στον SARS-CoV-2. Θα μπορέσουν τα αντισώματα που δημιουργούνται από το εμβόλιο ή τη φυσική λοίμωξη να μας προστατεύσουν από τα νεότερα στελέχη ή είναι αποτελεσματικά μόνο για το στέλεχος D614G;

Θέλοντας να απαντήσουν στο παραπάνω ερώτημα, επιστήμονες προσπάθησαν να εξετάσουν πως μεταβάλλεται η απόκριση των αντισωμάτων με το χρόνο. Αρκετές έρευνες που δημοσιεύτηκαν προσφάτως συνέκριναν τα αντισώματα που παράγονται αμέσως μετά τη λοίμωξη από COVID-19 με αυτά που ανιχνεύονται 6 μήνες αργότερα. Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών είναι τόσο εντυπωσιακά όσο και καθησυχαστικά.

Αν και τα αντισώματα για τον SARS-CoV-2 που ανιχνεύονται στο αίμα έχουν μειωθεί σημαντικά 6 μήνες μετά την λοίμωξη, τα αντισώματα αυτά είναι πολύ διαφορετικά σε σχέση με τα αρχικά. Οι επιστήμονες εξέτασαν την ικανότητα των αντισωμάτων αυτών να προσδένονται στις πρωτεΐνες των νέων στελεχών του SARS-CoV-2 και διαπίστωσαν ότι το 83% των νέων «ωρίμων» αντισωμάτων μπορούσε να αναγνωρίσει καλύτερα τα νεότερα στελέχη. Μία πρόσφατη προδημοσίευση διαπίστωσε επίσης ότι ορισμένα αντισώματα που ανιχνεύονται 6 μήνες μετά την αρχική λοίμωξη μπορούν να αναγνωρίσουν παρόμοιους ιούς, όπως για παράδειγμα ο SARS-CoV-1.

Πού αποδίδεται όπως το παραπάνω φαινόμενο; Γνωρίζουμε σήμερα ότι τα Β λεμφοκύτταρα που παράγουν αντισώματα μπορούν επίσης να μεταλλαχθούν μετά την αρχική τους ενεργοποίηση. Είναι γνωστό ότι οι ιοί παρουσιάζουν μεταλλάξεις, ωστόσο και τα Β κύτταρα μπορούν να μεταλλαχθούν έτσι ώστε να παράγουν καλύτερα, πιο αποτελεσματικά αντισώματα.

Σωματική Υπερμετάλλαξη

Μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στις μεταλλάξεις των αντισωμάτων και αυτές των ιών είναι ότι οι μεταλλάξεις των πρώτων δεν είναι εντελώς τυχαίες. Προκαλούνται, μάλιστα, από ένα ένζυμο το οποίο εντοπίζεται μόνο στα Β λεμφοκύτταρα και είναι γνωστό ως Aid (activation-induced deaminase). Το ένζυμο αυτό προκαλεί μεταλλάξεις στο τμήμα του DNA που κωδικοποιεί το κομμάτι του αντισώματος που αναγνωρίζει τον ιό. Ο μηχανισμός αυτός παρατηρήθηκε για πρώτη φορά από ερευνητές στο Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας του Cambridge πριν από σχεδόν 20 χρόνια.

Η δραστηριότητα του ενζύμου Aid αυξάνει σε μεγάλο βαθμό την πιθανότητα εμφάνισης μεταλλάξεων στα Β λεμφοκύτταρα. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως «σωματική υπερμετάλλαξη».

Ορισμένες από τις μεταλλάξεις στο σημείο πρόσδεσης των αντισωμάτων αυξάνουν την ικανότητα των τελευταίων να αναγνωρίζουν τον ιό, άλλες δεν έχουν καμία επίδραση, ενώ άλλες περιορίζουν την παραπάνω ικανότητα. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα μέσω του οποίου επιλέγονται τα Β λεμφοκύτταρα που παράγουν τα καλύτερα αντισώματα.

Τα Β λεμφοκύτταρα συσσωρεύονται σε μικρούς αδένες (λεμφαδένες) για την ωρίμανσή τους. Οι λεμφαδένες εντοπίζονται σε διάφορα σημεία του οργανισμού και συχνά διογκώνονται κατά τη διάρκεια μίας λοίμωξης.

Στους λεμφαδένες, τα Β λεμφοκύτταρα που έχουν την ικανότητα να παράγουν καλύτερα αντισώματα μετά τη σωματική υπερμετάλλαξη μπορούν να πολλαπλασιαστούν ταχύτερα. Τα υπόλοιπα Β λεμφοκύτταρα σιγά σιγά περιορίζουν τον πληθυσμό τους. Η διαδικασία αυτή λέγεται «ωρίμανση συγγένειας». Επομένως, η ισχύς ή «συγγένεια» με την οποία τα αντισώματα προσδένονται σε ένα στόχο βελτιώνεται με το χρόνο. Μετά από αυτή τη διαδικασία επιλογής, τα νέα Β λεμφοκύτταρα που παραμένουν μπορούν να παράξουν βελτιωμένα αντισώματα, ενισχύοντας έτσι την ανοσία.

Η πορεία μίας τυπικής COVID-19 λοίμωξης είναι 10-14 ημέρες, επομένως το 1ο κύμα των αντισωμάτων που παράγονται δεν έχει προλάβει ακόμα να εξελιχθεί μέσω της ωρίμανσης συγγένειας, η οποία διαρκεί τυπικά μερικές εβδομάδες. Ωστόσο, έρευνες από τις ΗΠΑ έδειξαν ότι μικρά, μη λοιμώδη τμήματα του SARS-CoV-2 παραμένουν στον οργανισμό μετά την αποδρομή της λοίμωξης, επομένως τα Β λεμφοκύτταρα μπορούν ακόμα να αναγνωρίσουν και να προσαρμοστούν στα χαρακτηριστικά του ιού. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στην εξέλιξη των αντισωμάτων να συνεχιστεί για αρκετούς μήνες μετά την αντιμετώπιση της λοίμωξης.

Τι σημαίνει, τελικά, ο παραπάνω μηχανισμός εξέλιξης των αντισωμάτων για τους ασθενείς; Πρακτικά, αν ένας ασθενής μολυνθεί με τον SARS-CoV-2 για 2η φορά, ο οργανισμός του θα έχει ήδη δημιουργήσει αντισώματα με υψηλή αποτελεσματικότητα τα οποία θα τον εξουδετερώσουν άμεσα. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τον εμβολιασμό. Η εξέλιξη των αντισωμάτων ξεκινά λίγο μετά την 1η δόση του εμβολίου, επομένως τα βελτιωμένα αντισώματα θα είναι έτοιμα μέσα σε λίγες εβδομάδες. Σίγουρα είναι καθησυχαστικό να γνωρίζουμε ότι εκτός από τον ιό, τα αντισώματά μας μπορούν επίσης να βελτιωθούν έτσι ώστε να αντιμετωπίζουν τα νεότερα στελέχη.