Ο Βρετανός καθηγητής ογκολογίας Karol Sikora υποστήριξε προσφάτως ότι η πανδημία του COVID-19 θα αρχίσει να υποχωρεί μέχρι τελικά να εξαλειφθεί πλήρως. Το σκεπτικό του πίσω από τη θεωρία αυτή είναι ότι τα περιστατικά των ασυμπτωματικών φορέων είναι πολύ περισσότερα απ’ όσο πιστεύουμε. Αν η ανοσιακή απόκριση στους φορείς αυτούς μπορεί να προκαλέσει ισχυρή ανοσία, τότε η «ανοσία της αγέλης» θα επιτευχθεί πολύ γρήγορα και επομένως ο SARS-CoV-2 δεν θα έχει ασθενείς που μπορεί να μολύνει με αποτέλεσμα να εξαλειφθεί.

Ωστόσο, η θεωρία ότι αν αφήσουμε τον ιό να κυκλοφορήσει θα επιταχύνουμε την εμφάνιση ανοσίας της αγέλης κατά πάσα πιθανότητα είναι λανθασμένη. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων αντισωμάτων προς το παρόν δείχνουν ότι ένα μικρό μόλις ποσοστό του πληθυσμού έχει μολυνθεί με τον SARS-CoV-2. Στη Μεγάλη Βρετανία, έχει νοσήσει το 6.8%, ενώ στη Γαλλία το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 4.4%.

Αυτό σημαίνει ότι η ανοσία της αγέλης δεν είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί στο προσεχές μέλλον. Τελευταία δεδομένα δείχνουν επίσης ότι η θνησιμότητα του SARS-CoV-2 είναι σχετικά υψηλή και οι αρχικές εκτιμήσεις σχετικά με αυτή ήταν σωστές.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφήσουμε τον ιό SARS-CoV-2 να κυκλοφορήσει ανεξέλεγκτα στον πληθυσμό. Ένα μέλλον στο οποίο θα πρέπει να συνυπάρξουμε με τον ιό αποτελεί σήμερα ένα ρεαλιστικό ενδεχόμενο.

Ο ιός SARS-CoV, ο οποίος προκάλεσε την ομώνυμη επιδημία το 2002-2004 έχει πλέον εξαλειφθεί. Πώς καταφέραμε όμως να αντιμετωπίσουμε τον παραπάνω ιό; Μπορεί να συμβεί το ίδιο και με τον SARS-CoV-2;

Πώς Εξαλείφθηκε ο Ιός SARS-CoV;

Στις αρχές του 2004, ήταν πλέον εμφανές ότι η επιδημία του SARS είχε φτάσει στο τέλος της. Ο ιός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 2002. Η επιδημία που προκάλεσε είχε διάρκεια περίπου 1,5 έτος. Ο ιός μόλυνε συνολικά περίπου 8.000 άτομα με το 10% αυτών να καταλήγουν. Αν και τα περισσότερα περιστατικά του ιού σημειώθηκαν σε Ασιατικές χώρες, μέχρι το τέλος της επιδημίας είχε εξαπλωθεί σε αρκετές χώρες παγκοσμίως.

Λίγους μήνες μετά την έναρξη της επιδημίας, αρκετοί ειδικοί υποστήριξαν ότι ο SARS μπορεί να εξελιχθεί σε πανδημία αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Ο ιός μεταδιδόταν με σταγονίδια του αναπνευστικού συστήματος, είχε φτάσει σε αρκετές χώρες και προκαλούσε σοβαρή νόσηση.

Πώς όμως αντιμετωπίστηκε τελικά η επιδημία; Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ανοσία της αγέλης δεν συνέβαλε στην εξάλειψη του ιού. Ουσιαστικά, η εφαρμογή μέτρων πρόληψης ήταν αυτή που έκανε τη διαφορά στη μάχη κατά του παθογόνου αυτού. Οι μαζικές εξετάσεις σε ασθενείς με συμπτώματα του αναπνευστικού και πυρετό, η απομόνωση των περιστατικών του ιού και των ατόμων με τα οποία είχαν έρθει σε επαφή, καθώς και το κλείσιμο των συνόρων, ήταν μέτρα που βοήθησαν σημαντικά στην αντιμετώπιση της επιδημίας.

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του ιού SARS-CoV ήταν ότι μεταδιδόταν κυρίως από συμπτωματικούς ασθενείς, επομένως θέτοντας τους παραπάνω σε καραντίνα, ήταν δυνατό να περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό η εξάπλωση του ιού. Κατά συνέπεια, καταφέραμε να αντιμετωπίσουμε την επιδημία, χωρίς να μολυνθεί από τον ιό ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού.

Τι Ισχύει για τον SARS-CoV-2;

Είναι σαφές σήμερα ότι τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπιση του SARS-CoV ήταν αποτελεσματικά. Ωστόσο, αν και ο ιός εξαλείφθηκε στον άνθρωπο, αρκετά στελέχη του συνέχισαν να βρίσκονται στις νυχτερίδες. Κατά συνέπεια, μία μελλοντική επιδημία από έναν ιό της οικογενείας αυτής ήταν κάτι πολύ πιθανό να συμβεί.

Αυτό έγινε τελικά στα τέλη του 2019 όταν και ο ιός SARS-CoV-2 μεταπήδησε στον άνθρωπο. Μέσα σε λίγους μήνες, ο ιός κατάφερε να εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο προκαλώντας εκατομμύρια περιστατικά. Αν και ο νέος αυτός κορονοϊός διαφέρει από τον ιό SARS-CoV, έχει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με αυτόν.

Στον ίδιο χρόνο, ο ιός SARS-CoV-2 έχει μολύνει περισσότερα άτομα σε σχέση με τον SARS-CoV, ωστόσο έχει πολύ χαμηλότερη θνησιμότητα σε σχέση με τον παραπάνω. Μία ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους δύο ιούς είναι ότι ο SARS-CoV-2 έχει την ικανότητα να μεταδίδεται από ένα φορέα πριν εμφανιστούν συμπτώματα. Το γεγονός αυτό καθιστά τα μέτρα πρόληψης που χρησιμοποιήθηκαν στην αντιμετώπιση του SARS λιγότερο αποτελεσματικά για τον περιορισμό του SARS-CoV-2.

Προκλήσεις στην Εξάλειψη του SARS-CoV-2

Ο τρόπος μετάδοσης του ιού καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο τον περιορισμό του. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε αν η ανάρρωση από τον COVID-19 δημιουργεί ανοσία και, αν ναι, ποια είναι η διάρκειά της. Συνολικά, από τους παραπάνω παράγοντες φαίνεται ότι ο ιός SARS-CoV-2 είναι πολύ πιθανό να εξελιχθεί σε εποχικό ιό, αντίστοιχα με τους άλλους 4 κορονοϊούς που κυκλοφορούν και προκαλούν κρυολογήματα το χειμώνα και το φθινόπωρο.

Αν και οι SARS και MERS δεν εξελίχθηκαν σε εποχικούς ιούς μετά το πέρας της επιδημίας που προκάλεσαν, γνωρίζουμε ότι αρκετές ιογενείς λοιμώξεις έχουν αυτή την πορεία. Τα τελευταία 100 χρόνια έχουν σημειωθεί σχεδόν 5 πανδημίες της γρίπης. Η τελευταία προκλήθηκε από τον ιό Η1Ν1 το 2009 και το στέλεχος αυτό κυκλοφορεί ακόμα στον πληθυσμό σήμερα, δηλαδή περισσότερο από 1 δεκαετία αργότερα.

Καθώς, όπως προαναφέρθηκε, δεν γνωρίζουμε ποια είναι η διάρκεια της ανοσίας που προσδίδει η λοίμωξη από COVID-19, είναι άγνωστο σήμερα αν θα καταφέρουμε να εξαλείψουμε τον SARS-CoV-2. Κατά συνέπεια, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να περιορίσουμε την εξάπλωση του ιού όσο αυτό είναι δυνατό μέχρι να αναπτυχθεί ένα εμβόλιο.

Βιβλιογραφία: The Conversation