Τα παιδιά και οι ενήλικες παράγουν τόσο διαφορετικά είδη όσο και διαφορετικές ποσότητες αντισωμάτων μετά από μία λοίμωξη με τον SARS-CoV-2, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέα έρευνας από το Columbia University. Η ίδια έρευνα έδειξε επίσης ότι οι παραπάνω διαφορές στα αντισώματα επηρεάζουν την πορεία της λοίμωξης και βοηθούν τα παιδιά να αντιμετωπίσουν ευκολότερα τον ιό.

Τα Παιδιά Νοσούν Ηπιότερα από τον SARS-CoV-2

Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της πανδημίας του COVID-19 είναι ότι η πλειοψηφία των παιδιών μπορούν να αντιμετωπίσουν εύκολα τον ιό, αντίθετα με τους ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας.

Ο COVID-19 αποτελεί μία νέα λοίμωξη για όλους μας, ωστόσο τα παιδιά εκτίθενται για πρώτη φορά σε ένα παθογόνο αυτού του είδους. Επομένως το ανοσοποιητικό τους σύστημα έχει αρκετά ανώριμα Τ λεμφοκύτταρα τα οποία μπορούν να προσαρμοστούν στο νέο αυτό παθογόνο. Αντίθετα, οι ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας συχνά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ανοσιακή μνήμη μέσω της προηγούμενης έκθεσης σε παρόμοιους ιούς. Κατά συνέπεια, δεν παρουσιάζουν μία εξ’ ολοκλήρου νέα ανοσιακή απόκριση όπως συμβαίνει στα παιδιά.

Τα Παιδιά Παράγουν Λιγότερα Εξουδετερωτικά Αντισώματα για τον SARS-CoV-2

Από τα 47 παιδιά που εξετάστηκαν στην έρευνα, τα 16 είχαν νοσηλευτεί στο Columbia University Irving Medical Center για MIS-C, ενώ τα υπόλοιπα 31 επισκέφθηκαν το νοσοκομείο για άλλο λόγο, και διαπιστώθηκε ότι οι εξετάσεις τους για τον ιό ήταν θετικές. Περίπου το 50% των παιδιών της τελευταίας κατηγορίας δεν είχαν καθόλου συμπτώματα από τον COVID-19. Οι 32 ενήλικες ασθενείς που εξετάστηκαν στην έρευνα παρουσίασαν νόσηση διαφορετικής σοβαρότητας από πολύ ήπια μέχρι πολύ σοβαρή.

Όπως διαπίστωσε η έρευνα, όλα τα παιδιά που εξετάστηκαν είχαν το ίδιο προφίλ αντισωμάτων, το οποίο ήταν πολύ διαφορετικό σε σχέση με αυτό των ενηλίκων.

Συγκριτικά με τους ενήλικες, τα παιδιά είχαν πολύ λιγότερα αντισώματα για την πρωτεΐνη ακίδα του ιού, την οποία χρησιμοποιεί ο τελευταίος για να μολύνει τα κύτταρα. Τα αντισώματα των παιδιών είχαν επίσης πολύ χαμηλή εξουδετερωτική ικανότητα, κάτι που ωστόσο δεν ίσχυσε για τους ενήλικες, οι οποίοι, ιδιαίτερα αν είχαν νοσήσει σοβαρά, είναι εξουδετερωτικά αντισώματα.

Αν και μπορεί να ακούγεται παράδοξο ότι οι ασθενείς που νοσούν σοβαρότερα είναι αυτοί που έχουν τα ισχυρότερα αντισώματα, σύμφωνα με τους επιστήμονες αυτό πιθανώς αποδίδεται στη μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής του ιού σε αυτούς τους ασθενείς.

Τόνισαν, μάλιστα ότι όσο σοβαρότερη είναι η λοίμωξη, τόσο ισχυρότερη θα είναι και η ανοσιακή απόκριση, επομένως θα παραχθούν περισσότερα αντισώματα καθώς και τα ανοσιακά κύτταρα θα είναι περισσότερα.

Άλλες Διαφορές στα Αντισώματα Δείχνουν ότι οι Λοιμώξεις στα Παιδιά είναι Ηπιότερες

Αντίθετα με τους ενήλικες, τα παιδιά παράγουν επίσης πολύ λιγότερα αντισώματα για μία πρωτεΐνη του ιού η οποία παρουσιάζεται στο ανοσοποιητικό σύστημα όταν έχουν ήδη αρχίσει να μολύνονται κύτταρα.

Αυτό ουσιαστικά δείχνει ότι η λοίμωξη δεν εξαπλώνεται σε μεγάλο βαθμό στα παιδιά, με αποτέλεσμα να μην καταστρέφει αρκετά κύτταρα.

Καθώς τα παιδιά απομακρύνουν ταχέως τον ιό, δεν εμφανίζεται μεγάλης κλίμακας λοίμωξη και δεν εμφανίζεται ισχυρή απόκριση αντισωμάτων, εξήγησαν οι επιστήμονες.

Η βραχύτερης διάρκειας λοίμωξη στα παιδιά δείχνει πιθανώς ότι τα τελευταία είναι μολυσματικά για μικρότερη διάρκεια συγκριτικά με τους ενήλικες και επομένως δεν μεταδίδουν τον ιό εξίσου εύκολα. Ωστόσο, οι επιστήμονες τόνισαν ότι η παραπάνω θεωρία δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί από την έρευνά τους καθώς δεν εξέτασαν το ιικό φορτίο στα παιδιά.

Τα Παιδιά θα έχουν Καλή Απόκριση στο Εμβόλιο

Η απόκριση αντισωμάτων που παρατηρήθηκε στα παιδιά της παρούσας έρευνας δεν σημαίνει ότι το εμβόλιο θα είναι λιγότερο αποτελεσματικό σε αυτά, δήλωσαν οι επιστήμονες της έρευνας.

Τα εμβόλια που αναπτύσσονται αυτή τη στιγμή για τον SARS-CoV-2 περιέχουν τμήματα του ιού και δεν μιμούνται τη φυσική λοίμωξη.

Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν τα παιδιά δεν παράγουν εξουδετερωτικά αντισώματα σε μία φυσική λοίμωξη με τον SARS-CoV-2, τα εμβόλια θα μπορούν να προκαλέσουν προστατευτική ανοσιακή απόκριση. Το ιστορικό άλλων εμβολίων έχει δείξει επίσης ότι τα παιδιά ανταποκρίνονται καλύτερα από τους ενήλικες στα εμβόλια και από τα μέχρι σήμερα δεδομένα φαίνεται ότι το ίδιο θα ισχύσει και για τα εμβόλια του SARS-CoV-2.

Πρέπει να τονιστεί, ωστόσο, στο σημείο αυτό ότι ελάχιστες κλινικές δοκιμές των εμβολίων που εξετάζονται σήμερα περιλαμβάνουν παιδιά, επομένως θα πρέπει να πρέπει να περιμένουμε δεδομένα ερευνών σε αυτό τον πληθυσμό προκειμένου να κατανοήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει.

Σε Ποια Σημεία Υστερεί το Ανοσοποιητικό Σύστημα των Ενηλίκων;

Αν και τα δεδομένα της παρούσας έρευνας δείχνουν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών είναι διαφορετικό από αυτό των ενηλίκων, ακόμα δεν γνωρίζουμε γιατί τα παιδιά μπορούν να αντιμετωπίσουν ευκολότερα τον ιό και ποιες διαφορές έχει η ανοσιακή τους απόκριση από αυτή των ενηλίκων.

Αυτή τη στιγμή οι περισσότερες έρευνες έχουν επικεντρωθεί στις διαφορές της απόκρισης των Τ λεμφοκυττάρων (τα αντισώματα παράγονται από τα Β λεμφοκύτταρα), ιδιαίτερα στα Τ λεμφοκύτταρα που βρίσκονται στους πνεύμονες. Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τα «ενδημικά» Τ λεμφοκύτταρα του πνεύμονα έχουν σημαντικότερο ρόλο στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων του αναπνευστικού σε σχέση με αυτά που βρίσκονται στην κυκλοφορία του αίματος.

Τα παιδιά που μολύνονται με τον SARS-CoV-2 παρουσιάζουν επίσης ισχυρότερη απόκριση από το έμφυτο ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο χρησιμοποιεί ιντερφερόνες και μακροφάγα προκειμένου να καταστρέψει τα παθογόνα. Πρώιμα δεδομένα είχαν δείξει ότι η απόκριση της έμφυτης ανοσίας καθυστερεί στους ενήλικες που μολύνονται με τον SARS-CoV-2.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία σήμερα, αν η απόκριση της έμφυτης ανοσίας είναι πολύ ισχυρή, τότε το ιικό φορτίο στους πνεύμονες θα είναι πολύ χαμηλό, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται λιγότερο η επίκτητη ανοσία και τα Τ λεμφοκύτταρα.

Μία άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι η ικανότητα του ιού να μολύνει τα κύτταρα των παιδιών είναι μειωμένη, καθώς τα τελευταία εκφράζουν λιγότερο αριθμό πρωτεϊνών τις οποίες χρησιμοποιεί ο ιός για να εισέλθει στα κύτταρα.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι καθώς ακόμα υπάρχουν αρκετά που δεν γνωρίζουμε σχετικά με την αλληλεπίδραση της ανοσιακής απόκρισης του ασθενούς με τον ιό, θα πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες προκειμένου να γνωρίζουμε ποια χαρακτηριστικά οδηγούν σε ηπιότερη νόσηση τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.