Σήμερα δεν υπάρχει ακόμα κάποια αποδεδειγμένα αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση για την αντιμετώπιση του SARS-CoV-2, του ιού που έχει λάβει πλέον διαστάσεις πανδημίας και έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την οικονομία, την παιδεία, τα συστήματα υγείας και την έρευνα. Μία ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής τον Masoud Manjili, DVM, PhD από το VCU Massey Cancer Center ανέλυσε δεδομένα για τον COVID-19 από όλο τον κόσμο αναζητώντας νέες προσεγγίσεις  για την ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών.

Οι επιστήμονες εξέτασαν αρκετές διαφορετικές έρευνες για τον COVID-19 και δημοσίευσαν τις παρατηρήσεις τους στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Immunology. Όπως υποστήριξε ο Manjili, ο COVID-19 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως οξεία φλεγμονώδης νόσος και η σοβαρότητα της νόσησης που προκαλεί συνδέεται με την απορρύθμιση των φλεγμονωδών ανοσιακών αποκρίσεων, καθώς και την αδυναμία ανάπτυξης προστατευτικής ανοσίας για τον ιό.

«Τα φάρμακα που στοχεύουν τον ιό ή καταστέλλουν τη φλεγμονώδη απόκριση φαίνεται ότι δεν αποτελούν την καλύτερη δυνατή θεραπεία για τους ασθενείς με COVID-19, όπως διαπιστώθηκε από τις έρευνες που εξέτασαν την αποτελεσματικότητά τους», υποστήριξε ο Manjili. «Αυτή τη στιγμή η πιο αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση είναι τα φάρμακα που ρυθμίζουν τη φλεγμονή χωρίς να επηρεάζουν την ανοσιακή απόκριση της επίκτητης ανοσίας».

Η πλειοψηφία των ασθενών που νοσούν από COVID-19 παρουσιάζουν συμπτώματα γρίπης και δεν καταλήγουν από τη νόσο. Ωστόσο, ορισμένοι ασθενείς με παράγοντες κινδύνου, όπως η ηλικία άνω των 65, το ανδρικό φύλο και ορισμένες συνυπάρχουσες παθήσεις, όπως ο καρκίνος, η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης ή το άσθμα, κινδυνεύουν περισσότερο από τον ιό, καθώς το ανοσοποιητικό τους σύστημα δυσλειτουργεί. Ο Manjili υποστήριξε επίσης ότι οι άνδρες κινδυνεύουν περισσότερο από τις γυναίκες λόγω της έκφρασης ορισμένων γονιδίων που βρίσκονται στο Χ χρωμόσωμα και παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανοσιακή απόκριση.

«Αν και πάνω από το 90% των ασθενών είναι ασυμπτωματικοί ή παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα, αυτοί που νοσούν σοβαρά χρειάζονται άμεσα νέες θεραπευτικές επιλογές», συμπλήρωσε.

Καθώς το ιικό φορτίο είναι παρόμοιο στους συμπτωματικούς και τους ασυμπτωματικούς ασθενείς με COVID-19, συμπεραίνουμε ότι η δυσλειτουργία της ανοσιακής απόκρισης και όχι το ιικό φορτίο αποτελεί το κύριο αίτιο θανάτου, σύμφωνα με τη μελέτη του Manjili. Τα σημαντικότερα συμπτώματα του COVID-19 είναι η καταιγίδα κυτταροκινών που ομοιάζει σήψη (υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος), οι θρόμβοι αίματος και οι αναπνευστικές ή καρδιαγγειακές επιπλοκές.

Όταν καλείται να αντιμετωπίσει μία λοίμωξη ή ένα τραυματισμό, το ανοσοποιητικό σύστημα εκκινεί άμεσα μία φλεγμονώδη απόκριση η οποία περιορίζει τη λοίμωξη και βοηθά να αναπτυχθεί μία μεγάλης διάρκειας προστατευτική ανοσία ενάντια στον ιό, σε μία διαδικασία που χρειάζεται συνήθως 7-10 ημέρες.

«Ωστόσο, όταν η φλεγμονή δεν ρυθμίζεται σωστά ή δεν τερματίζεται αφού επιτελέσει το σκοπό της, εξελίσσεται σε υπερ-φλεγμονή ή γίνεται χρόνια με αποτέλεσμα να αναστέλλεται η ανοσιακή απόκριση της επίκτητης ανοσίας, να προκαλούνται βλάβες στους ιστούς ή να εμφανίζεται ανεπάρκεια οργάνων, όπως έχουμε διαπιστώσει από αρκετά περιστατικά του COVID-19», υποστήριξε ο Manjili. «Επομένως, ο η κατανόηση των μηχανισμών της φλεγμονής και η ρύθμιση της τελευταίας, αποτελεί μία πολλά υποσχόμενη προσέγγιση για τη θεραπεία του COVID-19».

Ο ίδιος τόνισε επίσης ότι οι αντιιικές θεραπείες όπως η χλωροκίνη, η υδροξυχλωροκίνη και η ρεμδεσιβίρη έχουν ίσως χρησιμότητα ως προσεγγίσεις πρόληψης ή θεραπείας εφόσον χορηγούνται στα πρώιμα στάδια της νόσου, ωστόσο πιθανώς δεν θα επιτρέπουν την ανάπτυξη προστατευτικής ανοσίας. Οι προσπάθειες για την ανάπτυξη νέων θεραπειών θα πρέπει να εστιάσουν περισσότερο στη μετάγγιση πλάσματος από ασθενείς που έχουν αναρρώσει σε αυτούς που νοσούν σοβαρά, καθώς και στην ανάπτυξη ενός εμβολίου ικανού να προστατεύσει από τη λοίμωξη.

Ειδικότερα, ο Manjili υποστήριξε ότι ορισμένα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως λοσαρτάνη, ένα φάρμακο για την πίεση, θα πρέπει να εξεταστούν ως θεραπευτικές επιλογές για τον COVID-19.

«Ο συνδυασμός λοσαρτάνης και πλάσματος από ασθενείς που έχουν αναρρώσει αποτελεί μία πολλά υποσχόμενη προσέγγιση για την πρόληψη και θεραπεία των σοβαρών κλινικών συμπτωμάτων που επιτρέπει στους ασθενείς να αναπτύξουν ανοσία για τον ιό», κατέληξε.

Φωτογραφία: NIAID