Οι περισσότεροι επιστήμονες συμφωνούν ότι τα αυστηρά μέτρα περιορισμού, όπως η λεπτομερής ιχνηλάτηση, ο υψηλός αριθμός εργαστηριακών ελέγχων και η καραντίνα, σε συνδυασμό με την κοινωνική αποστασιοποίηση και τη χρήση μάσκας, θεωρούνται απαραίτητα για τον περιορισμό της εξάπλωσης του SARS-CoV-2. Η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Κίνα και η Νέα Ζηλανδία έχουν καταφέρει να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τις παραπάνω προσεγγίσεις με αποτέλεσμα να περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό ο αριθμός των νέων κρουσμάτων.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν ζητήσει την εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων τα οποία θα εξαλείψουν εντελώς τον ιό. Η Νέα Ζηλανδία έφτασε πολύ κοντά στην επίτευξη του παραπάνω στόχου, ωστόσο μετά από 100 ημέρες χωρίς νέα περιστατικά, άρχισαν και πάλι να εμφανίζονται νέες λοιμώξεις είτε από το εξωτερικό είτε από άλλες πηγές. Αν και τα παραπάνω μέτρα μπορούν να βοηθήσουν στην επιπέδωση της καμπύλης, η οριστική εξάλειψη του COVID-19 είναι ένας πολύ δυσκολότερος στόχος.

Αν και για ορισμένες νησιωτικές χώρες αυτό είναι ίσως ευκολότερο να επιτευχθεί, το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας μάς δείχνει ότι πρέπει να εξαλειφθεί και η εισαγωγή του ιού από άλλες χώρες, κάτι που απαιτεί αυστηρούς ελέγχους και καραντίνα πριν και μετά το ταξίδι.

Καθώς σήμερα το κλείσιμο των συνόρων είναι κάτι που κανένας δεν θέλει να εφαρμόσει και τα μέτρα πρόληψης σε πληθυσμιακό επίπεδο δεν επαρκούν, η οριστική εξάλειψη του ιού δεν αποτελεί εφικτό στόχο. Ωστόσο, αυτό μπορεί να αλλάξει στο μέλλον, εφόσον ακολουθήσουμε τις κατάλληλες προσεγγίσεις.

Η Ανοσία είναι η Καλύτερη Στρατηγική

Ο καλύτερος τρόπος για τον περιορισμό της πανδημίας περιλαμβάνει το φυσικό μηχανισμό άμυνας του οργανισμού μας, δηλαδή το ανοσοποιητικό σύστημα.

Η ανάρρωση από μία ιογενή λοίμωξη συνήθως συνοδεύεται από εμφάνιση ανοσίας. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν η λοίμωξη με τον SARS-CoV-2 μπορεί να προστατεύσει από μελλοντικές λοιμώξεις, ωστόσο υπάρχουν ήδη ορισμένα περιστατικά επαναμολύνσεων.

Οι περισσότεροι ασθενείς που νοσούν αναπτύσσουν αντισώματα για τον ιό. Οι ασυμπτωματικοί, ακόμα κι αν δεν αναπτύξουν αντισώματα, μπορεί να παρουσιάσουν απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα, διασφαλίζοντας έτσι ένα διαφορετικό μηχανισμό άμυνας. Φαίνεται έτσι ότι η λοίμωξη με τον SARS-CoV-2 δημιουργεί ανοσία στην πλειοψηφία των ασθενών, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Βασιζόμενοι στο παραπάνω γεγονός, ορισμένοι επιστήμονες έχουν υποστηρίξει ότι θα πρέπει να αφήσουμε τον ιό να κυκλοφορήσει στον πληθυσμό (προστατεύοντας παράλληλα τους ηλικιωμένους και τις ευπαθείς ομάδες) προκειμένου να εμφανιστεί ανοσία της αγέλης. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι ένα επαρκές ποσοστό του πληθυσμού θα έχει ανοσία με αποτέλεσμα η νόσος να μην μπορεί να εξαπλωθεί εύκολα. Το όριο για την ανοσία της αγέλης είναι κοντά στο 90-95% για λοιμώξεις που μεταδίδονται πολύ εύκολα, όπως η ιλαρά. Για τον SARS-CoV-2, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μπορεί να είναι χαμηλότερο (κοντά στο 60-70% σύμφωνα με τελευταία δεδομένα).

Ωστόσο, το ποσοστό των ασθενών που έχουν μολυνθεί με SARS-CoV-2 και ανάρρωσαν είναι πολύ χαμηλότερο από το παραπάνω όριο. Οι έρευνες που εξετάζουν το ποσοστό του πληθυσμού που έχει αντισώματα έχουν δείξει ότι στο Δουβλίνο μόλις το 3% του πληθυσμού μολύνθηκε με τον ιό. Στη Νέα Υόρκη, το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλότερο και προσεγγίζει το 25%. Ωστόσο, ο μεγάλος αριθμός λοιμώξεων έχει οδηγήσει σε πολύ περισσότερους θανάτους σε αυτή την περιοχή. Η Σουηδία, στην οποία εξ’ αρχής υιοθετήθηκε η προσέγγιση της ανοσίας της αγέλης οι θάνατοι ανά 10 εκατομμύρια πληθυσμού ήταν δεκαπλάσιοι σε σχέση με τη Φινλανδία ή τη Νορβηγία.

Ένα δεύτερο κύμα κρουσμάτων του COVID-19 θα επηρεάσει πιθανώς λιγότερο τις χώρες που είχαν αρκετά περιστατικά του ιού, ωστόσο καθώς το όριο για την ανοσία της αγέλης δεν έχει επιτευχθεί, θα υπάρχει ακόμα κίνδυνος για τον πληθυσμό. Ως αποτέλεσμα, εφόσον υιοθετηθεί η προσέγγιση της ανοσίας της αγέλης, θα καταλήξουν πάρα πολλά άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, όπως οι ηλικιωμένοι, οι παχύσαρκοι και οι ασθενείς με χρόνιες νόσους. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρκετοί ασθενείς που νοσούν από τον ιό παρουσιάζουν τελικά χρόνιες επιπλοκές, ακόμα κι αν τα συμπτώματά τους ήταν ήπια.

Κατά συνέπεια, οι κίνδυνοι από την ανοσία της αγέλης, καθιστούν την προσέγγιση αυτή ανεπίτρεπτη τόσο για τον περιορισμό του ιού, όσο και και για την εξάλειψή του.

Τα Εμβόλια Δεν θα Δώσουν Λύση Άμεσα

Ωστόσο, η επίτευξη ανοσίας της αγέλης μέσω των εμβολίων μπορεί, θεωρητικά, να μας βοηθήσει να περιορίσουμε τα περιστατικά στο μηδέν. Τα εμβόλια έχουν σχεδόν εξαλείψει λοιμώξεις όπως η διφθερίτιδα, ο τέτανος, η ιλαρά, η παρωτίτιδα, η ερυθρά και ο αιμόφιλος της ινφλουένζας τύπου Β σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες.

Σήμερα εξετάζονται ήδη περισσότερα από 200 εμβόλια για τον SARS-CoV-2. Ωστόσο, η εξάλειψη του ιού αποτελεί ακόμα απρόσιτο στόχο. Προκειμένου ένα εμβόλιο να θεωρηθεί αποτελεσματικό θα πρέπει να μπορεί να προλαμβάνει τόσο τη νόσηση από τον ιό, όσο και τη μετάδοσή του από τους φορείς.

Τα εμβόλια που αναπτύσσονται σήμερα, ωστόσο, έχουν θέσει πολύ χαμηλότερους στόχους. Τα περισσότερα από αυτά στοχεύουν στην αποτελεσματικότητα 50%, δηλαδή το χαμηλότερο όριο που απαιτείται προκειμένου να εγκριθούν από το FDA των ΗΠΑ. Είναι σχεδόν απίθανο το πρώτο εμβόλιο που θα εγκριθεί να έχει υψηλή αποτελεσματικότητα. Τα εμβόλια θα πρέπει να είναι επίσης αποτελεσματικά, αλλά και ασφαλή σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, καθώς αν εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες θα κλονιστεί η εμπιστοσύνη του κοινού σε αυτά.

Τα εμβόλια θα πρέπει ακόμη να παραχθούν σε επαρκείς ποσότητες προκειμένου να εμβολιαστούν 7 δισεκατομμύρια άτομα, κάτι που σίγουρα θα χρειαστεί χρόνο. Για παράδειγμα, η AstraZeneca, η οποία αναπτύσσει ένα από τα εμβόλια, έχει δεσμευτεί να προετοιμάσει 2 δισεκατομμύρια δόσεις μέχρι το τέλος του 2021, εφόσον το εμβόλιό της εγκριθεί.

Οι επιδράσεις από την έγκριση ενός εμβολίου επίσης δεν θα γίνουν εμφανείς άμεσα. Το τελευταίο περιστατικό της ευλογιάς καταγράφηκε το 1977, 10 χρόνια μετά την έναρξη των προσπαθειών του WHO για την εξάλειψη της νόσου και σχεδόν 200 χρόνια μετά το πρώτο εμβόλιο για τη νόσο. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για την πολιομυελίτιδα, για την οποία χρειάστηκαν περισσότερο από 30 χρόνια προκειμένου να εξαλειφθεί.

Αν και ένα αποτελεσματικό εμβόλιο αποτελεί την καλύτερη προσέγγιση για την εξάλειψη του COVID-19 παγκοσμίως, θα πρέπει να είμαστε πιο επιφυλακτικοί ως προς αυτά που περιμένουμε από ένα εμβόλιο. Είναι προφανές, ότι η εξάλειψη του ιού παγκοσμίως, αν και δεν είναι αδύνατη, θα χρειαστεί αρκετά χρόνια.