Η πανδημία του κορονοϊού έχει προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στους νεφροπαθείς παγκοσμίως. Οι ασθενείς αυτοί διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών σε μία λοίμωξη με τον COVID-19, ενώ το άγχος αποτρέπει αρκετούς από αυτούς να αναζητήσουν τη φροντίδα που χρειάζονται από το φόβο μίας πιθανής μόλυνσης με τον ιό.

Οι ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο θεωρούνται ευπαθής ομάδα για τον COVID-19. Πρόσφατα δεδομένα έχουν δείξει επίσης ότι οι ασθενείς που κάνουν αιμοκάθαρση έχουν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από τον COVID-19 συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν έχουν νεφρικές παθήσεις.

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες που μπορούν να εξηγήσουν γιατί οι νεφροπαθείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών σε μία πιθανή μόλυνση με τον COVID-19.

Αρχικά, οι νεφροπαθείς πάσχουν συχνά από καρδιαγγειακή νόσο η οποία είναι απόρροια της νεφρικής νόσου, με αποτέλεσμα να έχουν υπέρταση και ευαισθησία στο έμφραγμα του μυοκαρδίου και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Η καρδιαγγειακή νόσος έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από COVID-19. Αυτό αποδίδεται πιθανώς στο ήδη επιβαρυμένο καρδιαγγειακό σύστημα το οποίο καταπονείται από τον κορονοϊό, καθώς οι πνεύμονες δεν μπορούν πλέον να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του οργανισμού σε οξυγόνο.

Οι περισσότεροι ασθενείς με προχωρημένη νεφρική νόσο είναι επίσης διαβητικοί. Ο διαβήτης μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στο καρδιαγγειακό και έχει διαπιστωθεί ότι αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών από τον COVID-19.

Δεύτερον, οι ασθενείς με νεφροπάθειες είναι συχνά ανοσοκατεσταλμένοι, έχουν δηλαδή μειωμένη ικανότητα να αντιμετωπίζουν τις λοιμώξεις. Αυτό αποδίδεται συνήθως στη μειωμένη λειτουργικότητα των νεφρών ή στα φάρμακα που παίρνουν τα οποία καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα. Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται συνήθως μετά από μία μεταμόσχευση νεφρού με σκοπό να διασφαλιστεί ότι το ανοσοποιητικό σύστημα δεν θα απορρίψει το μόσχευμα.

Το κατασταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα περιορίζει σημαντικά την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει τις λοιμώξεις. Ωστόσο, υπάρχουν επίσης δεδομένα που δείχνουν ότι ένα «υπερλειτουργικό» ανοσοποιητικό σύστημα τις πρώτες ημέρες της λοίμωξης μπορεί να προκαλέσει πιο σοβαρές επιπλοκές από τον COVID-19. Ο περιορισμός της απόκρισης με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι μία θεραπευτική προσέγγιση που εξετάζεται σήμερα από αρκετές έρευνες.

Τα διαθέσιμα δεδομένα από την Κίνα, την Ιταλία και την Ισπανία δείχνουν ότι τα παιδιά δεν κινδυνεύουν από τον COVID-19 όσο οι ενήλικες. Αυτό αποδίδεται πιθανώς στο γεονός ότι το νεότερο ανοσοποιητικό σύστημα που έχουν, μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα τις νέες ιογενείς λοιμώξεις.

Ωστόσο, τα παιδιά με νεφρικές παθήσεις διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από τον κορονοϊό. Ο κίνδυνος αυτός είναι μικρότερος από των αντίστοιχο των ενηλίκων με νεφροπάθειες, καθώς τα παιδιά σπάνια έχουν συνυπάρχουες καρδιαγγειακές παθήσεις ή άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες.

Αλλαγές στο Σύστημα Υγείας

Καθώς αρκετοί ενήλικες με νεφρικές παθήσεις διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών σε μία πιθανή λοίμωξη COVID-19, είναι σημαντικό να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης προκειμένου να προστατευτούν από τον ιό στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό. Τα παιδιά με προχωρημένες νεφρικές παθήσεις ή με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα θα πρέπει να λάβουν αντίστοιχα μέτρα πρόληψης.

Ιδιαίτερα οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που χρειάζονται τακτικά αιμοκάθαρση πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αυτής, η οποία μπορεί να γίνεται 3-4 φορές την εβδομάδα, πρέπει να έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα με σκοπό να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα επαφής με άλλα άτομα.

Η πανδημία έχει προκαλέσει άγχος στους ασθενείς, καθώς και αλλαγές στον τρόπο που λειτουργούν τα νοσοκομεία. Έχει παρατηρηθεί δραματική μείωση στον αριθμό των ασθενών που προσέρχονται στα νοσοκομεία εξ’ αιτίας του φόβου για μία πιθανή μόλυνση με τον ιό. Αρκετά προγράμματα μεταμόσχευσης νεφρού έχουν επίσης σταματήσει προσωρινά, γεγονός που περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές για τους ασθενείς με σημαντική έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (ιδιαίτερα αυτούς που κάνουν αιμοκάθαρση).

Αρκετοί ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο ανησυχούν επίσης για την τυπική τους φαρμακευτική αγωγή, καθώς πιστεύουν ότι αυξάνει τον κίνδυνο λοίμωξης από COVID-19. Ένα παράδειγμα είναι οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE), φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της υπέρτασης και τον περιορισμό των πρωτεϊνών στα ούρα. Οι αναστολείς του ACE είναι σημαντικά φάρμακα για τη διατήρηση της υγείας τόσο των νεφρών όσο και της καρδίας. Οι αναστολείς του ACE αποκλείουν την ενεργοποίηση του υποδοχέα ACE2 που βρίσκεται στα κύτταρα. Ο κορονοϊός που ευθύνεται για τον COVID-19 εισέρχεται στα κύτταρα μέσω του παραπάνω υποδοχέα.

Σήμερα, δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι οι αναστολείς του ACE επηρεάζουν την πιθανότητα μόλυνσης ή τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19. Η διακοπή αυτών των φαρμάκων, ωστόσο, επηρεάζει αρνητικά τη νεφρική και καρδιαγγειακή υγεία.

Τα τελευταία δεδομένα δείχνουν ότι οι ενήλικες ασθενείς με προχωρημένη νεφρική νόσο κινδυνεύουν ιδιαίτερα από τον COVID-19. Οι νεφροπαθείς πρέπει να τηρούν όλα τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης παραμένοντας στο σπίτι, πλένοντας τακτικά τα χέρια τους και αποφεύγοντας την επαφή με άλλα άτομα στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό.

Βιβλιογραφία: The Conversation