Καθώς έρχονται στο φως όλο και περισσότερα δεδομένα σχετικά με τον COVID-19, οι επιστήμονες κατανοούν καλύτερα τον τρόπο που επηρεάζονται διάφορες ομάδες από τον ιό. Αν και οι περισσότερες έρευνες ασχολούνται με τις επιδράσεις του ιού στους ηλικιωμένους και τους ασθενείς με συνοδά νοσήματα, μία ομάδα που επηρεάζεται επίσης από τον ιό είναι οι έγκυες.

Το ανοσοποιητικό σύστημα της γυναίκας γίνεται λιγότερο επιθετικό κατά την εγκυμοσύνη με σκοπό να προστατευτεί το έμβρυο. Το γεγονός αυτό καθιστά την έγκυο πιο ευάλωτη σε ιογενείς λοιμώξεις. Επιπλέον, η χωρητικότητα του θώρακα μειώνεται κατά την εγκυμοσύνη, γεγονός που μπορεί να επιβαρύνει τη λειτουργία των πνευμόνων, καθώς πιέζονται από τη μήτρα. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετές έγκυες γυναίκες παρουσιάζουν συχνά δυσκολίες στην αναπνοή, ιδιαίτερα στο τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Οι παραπάνω λόγοι μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρότερη νόσηση από τον COVID-19.

Ο SARS-CoV-2 δεν είναι η πρώτη ιογενής λοίμωξη που επηρεάζει τις εγκύους. Από τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα γνωρίζουμε ότι οι έγκυες κινδυνεύουν ιδιαίτερα από άλλους κορονοϊούς. Αν και οι πρώτες αναφορές από περιστατικά COVID-19 σε εγκύους από την Κίνα δεν ήταν ανησυχητικές, οι επιστήμονες περιμένουν περισσότερα δεδομένα πριν καταλήξουν σε συμπεράσματα.

Με σκοπό να διαπιστώσουν τις πραγματικές επιδράσεις του COVID-19 στις εγκύους, πρέπει να εξεταστούν συνολικά όλα τα διαθέσιμα δεδομένα. Μία έρευνα εξέτασε 108 εγκύους με επιβεβαιωμένη λοίμωξη από COVID-19. Οι γυναίκες αυτές είχαν συνήθως τα κλασικά συπτώματα του COVID-19, δηλαδή πυρετό και ξηρό, επίμονο βήχα. Ωστόσο, τα συμπτώματα αυτά δεν εμφανίστηκαν σε όλες τις γυναίκες, ενώ κάποιες από αυτές εκδήλωσαν ελάχιστα συμπτώματα.

Οι περισσότερες από τις παραπάνω έγκυες ήταν στο 3ο τρίμηνο και νοσηλεύτηκαν, με ελάχιστες από αυτές να εισάγονται στη ΜΕΘ, ενώ καμία δεν κατέληξε. Ωστόσο, οι περισσότερες γυναίκες γέννησαν πρόωρα και, αν και ο κολπικός τοκετός ήταν δυνατός, πάνω από το 91% έκαναν καισαρική. Ο λόγος της παραπάνω επιλογής δεν έγινε γνωστός. Η επικρατέστερη θεωρία είναι ότι παρατηρήθηκε περιορισμένη οξυγόνωση του εμβρύου.

Κατανοώντας τους Κινδύνους

Οι παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν επιπλοκές σε μία εγκυμοσύνη είναι αρκετοί, μεταξύ των οποίων η παχυσαρκία, η υπέρταση και ο διαβήτης. Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, οι γυναίκες με ορισμένους από τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου παρουσίασαν σοβαρότερη νόσηση από COVID-19.

Δεν παρατηρήθηκε κανένα περιστατικό μετάδοσης του SARS-CoV-2 από τη μητέρα στο έμβρυο. Στο σύνολο των ερευνών που εξετάστηκαν, δεν διαπιστώθηκε παρουσία του ιού στον πλακούντα ή τον ομφάλιο λώρο, γεγονός που δείχνει ότι είναι αδύνατο να μολυνθεί το έμβρυο από τη μητέρα, όσο ακόμα βρίσκεται στη μήτρα. Ωστόσο, αυτό μπορεί να ανατραπεί από νέα δεδομένα στο μέλλον.

Οι γιατροί συνήθως εξετάζουν το βρέφος μετά τη γέννησή του για να διαπιστώσουν αν έχει μολυνθεί, είτε λαμβάνοντας ρινικό ή φαρυγγικό δείγμα είτε εξετάζοντας ένα δείγμα αίματος για αντισώματα του COVID-19. Από τα συνολικά 110 βρέφη που εξετάστηκαν, μόλις 2 είχαν θετικές εξετάσεις για τον COVID-19, ένα στην Κίνα κι ένα στο Περού.

Και τα δύο παραπάνω βρέφη γεννήθηκαν με καισαρική και δεν ήρθαν σε επαφή με το δέρμα της μητέρας τους, γεγονός που δείχνει ότι μάλλον δεν μολύνθηκαν από τη μητέρα, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται εντελώς αυτό το ενδεχόμενο. Το βρέφος από το Περού εισήλθε στην παιδιατρική ΜΕΘ όπου δεν υπήρχαν άλλα περιστατικά COVID-19. Είχε θετικές εξετάσεις 16 ώρες μετά τη γέννηση, που αποτελεί τη συντομότερη διάρκεια μόλυνσης ενός βρέφους. Στο βρέφος που γεννήθηκε στην Κίνα, οι γιατροί έλαβαν δείγμα 36 ώρες μετά τη γέννηση, γεγονός που δείχνει ότι το βρέφος πιθανώς μολύνθηκε μετά τον τοκετό. Οι γιατροί δεν αποκλείουν, ωστόσο, να έγινε μόλυνση από την επαφή με άλλα άτομα.

Οι επιστήμονες βρήκαν επίσης αντισώματα ειδικά για τον COVID-19 στο αίμα 3 βρεφών μετά τη γέννησή τους. Ωστόσο, οι εξετάσεις αυτές αμφισβητήθηκαν, καθώς η ποσότητα των αντισωμάτων μειώθηκε μετά τη γέννηση, ενώ οι επιστήμονες περίμεναν να αυξηθεί αν το έμβρυο μολύνθηκε μέσα στη μήτρα. Δεν αποκλείεται επίσης η εξέταση για τα IgM αντισώματα του COVID-19 να είχε ψευδώς θετικά αποτελέσματα.

Ακόμα κι αν επιβεβαιωθεί ότι η έγκυος δεν μπορεί να μολύνει το έμβρυο, το τελευταίο μπορεί να κινδυνεύει ανάλογα με τη σοβαρότητα του COVID-19 στην έγκυο. Στη συστηματική μελέτη των επιστημόνων, καθώς και σε αναφορές από περιστατικά στη Νέα Υόρκη και την Κίνα, η πλειοψηφία των βρεφών ήταν ασυμπτωματικά. Στα βρέφη που παρουσίασαν συμπτώματα, το συχνότερο σύμπτωμα ήταν η ήπια δύσπνοια, η οποία εμφανίστηκε συνολικά σε 11 βρέφη. Μόλις 2 παρουσίασαν σοβαρή νόσηση, με το 1 από αυτά τελικά να καταλήγει.

Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι κανένα από τα παραπάνω βρέφη δεν είχε θετικές εξετάσεις για τον COVID-19. Υπάρχει το ενδεχόμενο τα συμπτώματα αυτά να μην συνδέονται με τη λοίμωξη της μητέρας, αλλά να αποδίδονται σε άλλα αίτια, όπως για παράδειγμα τον πρόωρο τοκετό ή την καισαρική. Σε κάθε περίπτωση, οι γιατροί πρέπει να τηρούν τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος μόλυνσης του εμβρύου από τη μητέρα.

Οι περισσότερες γυναίκες που μολύνονται με το νέο κορονοϊό παρουσιάζουν συμπτώματα κοινού κρυολογήματος, καθώς και πυρετό ή πονόλαιμο ή ξηρό βήχα. Μάλιστα, όπως παρατήρησε η παρούσα μελέτη, μόλις το 3% των εγκύων που μολύνθηκαν στο 3ο τρίμηνο εισήχθησαν στη ΜΕΘ. Καταλαβαίνουμε επομένως ότι είναι σημαντικό για τις εγκύους να τηρούν τα μέτρα πρόληψης του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, δηλαδή να πλένουν τακτικά τα χέρια τους, να τηρούν απόσταση 2 μέτρων από όλους και να μην αγγίζουν τη ρίνα, τα μάτια και το στόμα τους. Αν είστε έγκυος και παρουσιάσετε πυρετό, βήχα ή δυσκολίες στην αναπνοή, αναζητήστε άμεσα ιατρική βοήθεια.

Βιβλιογραφία: The Conversation