Στις αρχές του 2020 διαπιστώθηκε ότι οι διαβητικοί ασθενείς έχουν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από τον COVID-19, ωστόσο τα διαθέσιμα δεδομένα δημιούργησαν περισσότερα νέα ερωτήματα, παρά έδωσαν απαντήσεις. Για παράδειγμα, ποιο είδος διαβήτη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο; Ο διαβήτης αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης ή μήπως οι διαβητικοί καταλήγουν συχνότερα επειδή είναι μεγαλύτερης ηλικίας και έχουν συνοδά νοσήματα; Τι μπορούν να κάνουν οι διαβητικοί για να προστατευτούν από τον COVID-19;

Μία ομάδα ερευνητών χρησιμοποίησε δεδομένα από το NHS England προκειμένου να δώσει απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα και κατέληξε σε μερικά πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Σήμερα δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί αν οι διαβητικοί διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης με τον ιό. Αυτό είναι κάτι που δεν θα μάθουμε μέχρι να γίνει έλεγχος στο μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού. Ωστόσο, τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν ότι το ποσοστό των διαβητικών που νοσηλεύονται για COVID-19 είναι ιδιαίτερα υψηλό. Συγκεκριμένα, δεδομένα για τη Μεγάλη Βρετανία από το Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο δείχνουν ότι οι διαβητικοί ασθενείς αποτελούν το 25% περίπου των νοσηλευομένων ασθενών, ένα ποσοστό που είναι τετραπλάσιο σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό τους στο γενικό πληθυσμό.

Τα δεδομένα έδειξαν επίσης ότι, όταν νοσηλευτούν, οι διαβητικοί έχουν συνήθως χειρότερη πρόγνωση σε σχέση με τους ασθενείς που δεν πάσχουν από διαβήτη.  Αυτό είναι κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη καθώς γνωρίζουμε ότι οι διαβητικοί κινδυνεύουν περισσότερο από τις λοιμώξεις, όπως έχουν δείξει δεδομένα για τη γρίπη.

Αναφορικά με τον COVID-19, τα δεδομένα έχουν δείξει ότι οι διαβητικοί ασθενείς διατρέχουν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση ή να εισαχθούν στη ΜΕΘ. Στην Αγγλία 1 στους 4 ασθενείς που κατέληξαν στο νοσοκομείο με COVID-19 είχε διαβήτη.

Οι προηγούμενες μελέτες, ωστόσο, δεν κατάφεραν να προσφέρουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα παραπάνω δεδομένα, ούτε διαχώρισαν τους τύπους του διαβήτη.

Υψηλότερος Κίνδυνος για τους Ασθενείς με Διαβήτη Τύπου 1

Συγκριτικά με αυτούς που δεν πάσχουν από διαβήτη, οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 έχουν σχεδόν 3.5 φορές αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν σε μία νοσηλεία με COVID-19, ενώ οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 διατρέχουν σχεδόν 2 φορές αυξημένο κίνδυνο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έκπληξη σε ορισμένους, καθώς, αντίθετα με το διαβήτη τύπου 1, ο διαβήτης τύπου 2 συνοδεύεται συνήθως από αρκετά άλλα νοσήματα, ενώ εμφανίζεται τυπικά σε ηλικιωμένους και παχύσαρκους ασθενείς. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες συνδέονται με χειρότερη πρόγνωση από COVID-19.

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες που μπορεί να εξηγήσουν γιατί οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 έχουν χειρότερη πρόγνωση σε σχέση με αυτούς που πάσχουν από διαβήτη τύπου 2.

Αρχικά, η ηλικία διάγνωσης του διαβήτη σίγουρα επηρεάζει την ευαισθησία του ασθενούς στον COVID-19. Αντίθετα με το διαβήτη τύπου 2, οι περισσότεροι ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 διαγιγνώσκονται σε μικρές ηλικίες. Μεταξύ των διαβητικών που νοσηλεύονται για COVID-19, αυτοί που πάσχουν από διαβήτη τύπου 1 έχουν υποστεί τις αρνητικές επιδράσεις του διαβήτη για μεγαλύτερη διάρκεια σε σχέση με αυτούς που πάσχον από διαβήτη τύπου 2. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια νόσησης από διαβήτη, τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος να έχουν επηρεαστεί όργανα όπως η καρδιά και οι νεφροί.

Δεύτερον, στο διαβήτη τύπου 1, το ανοσοποιητικό σύστημα στοχεύει τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη με αποτέλεσμα τελικά να σταματά εντελώς η παραγωγή της ορμόνης. Η ινσουλίνη είναι η ορμόνη που βοηθά τον οργανισμό να επεξεργαστεί τα σάκχαρα του αίματος. Ο διαβήτης τύπου 2, αντιθέτως, δεν αποτελεί αυτοάνοσο νόσημα. Στη νόσο αυτή, ο οργανισμός μπορεί να παράξει ινσουλίνη, ωστόσο έχει αναπτύξει ανθεκτικότητα στην ορμόνη αυτή. Κατά συνέπεια, το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών με διαβήτη τύπου 1 διαφέρει από αυτό των ασθενών με διαβήτη τύπου 2, γεγονός που πιθανώς επηρεάζει την απόκριση των ασθενών στη λοίμωξη.

Τέλος, δεδομένα έχουν δείξει ότι τα υψηλότερα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα αυξάνουν τον κίνδυνο COVID-19. Γνωρίζουμε ότι τα επίπεδα της γλυκόζης είναι υψηλότερα κατά μέσο όρο στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, λόγω της διαφορετικής φύσης των δύο νόσων. Τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα είναι δυσκολότερο να ρυθμιστούν κατά την αντιμετώπιση μίας λοίμωξης.

Ωστόσο, τα παραπάνω αποτελούν απλά θεωρίες. Σίγουρα θα πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες προκειμένου να διαπιστώσουμε αν ο τύπος του διαβήτη επηρεάζει την πρόγνωση της λοίμωξης με COVID-19.

Η Ηλικία είναι ο Σημαντικότερος Παράγοντας

Ας εξετάσουμε το παράδειγμα ενός 35χρονου ασθενούς με διαβήτη τύπου 1. Οι περισσότεροι ασθενείς που νοσηλεύονται για COVID-19 δεν νοσηλεύονται, ωστόσο αν τελικά χρειαστεί νοσηλεία, ο μέσος 35χρονος έχει 0.3% πιθανότητα να καταλήξει. Ο ασθενής ίδιας ηλικίας που πάσχει από διαβήτη τύπου 1 έχει 3.5 μεγαλύτερη πιθανότητα να καταλήξει. Αυτό σημαίνει ότι αν νοσηλευτεί για COVID-19 ο κίνδυνος θανάτου που έχει είναι περίπου 1%.

Αντίστοιχα, ο μέσος 80χρονος που νοσηλεύεται για COVID-19 έχει 15% κίνδυνο να καταλήξει από τον ιό. Καταλαβαίνουμε επομένως ότι, αν και ο διαβήτης αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου, η ηλικία παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για τη θνησιμότητα από COVID-19. Ωστόσο, ένας 80χρονος που πάσχει από διαβήτη τύπου 1 θα έχει πολύ υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με έναν ασθενή που νοσηλεύεται για COVID-19 και δεν έχει διαβήτη.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ποσοστά δεν αντιπροσωπεύουν τον κίνδυνο θανάτου από COVID-19, αλλά τη θνησιμότητα εφόσον η λοίμωξη είναι αρκετά σοβαρή για να οδηγήσει σε νοσηλεία.

Πως Μπορείτε να Περιορίσετε τον Κίνδυνο

Αυτό που μπορούν να κάνουν οι διαβητικοί ασθενείς είναι να εφαρμόσουν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης και να πλένουν τακτικά τα χέρια τους, να ακολουθούν ένα υγιεινό τρόπο ζωής και να διατηρούν τα επίπεδα της γλυκόζης εντός των φυσιολογικών ορίων, εφόσον αυτό είναι δυνατό.

Ωστόσο, η επιτυχής ρύθμιση της γλυκόζης αίματος μπορεί να αποτελεί πρόκληση κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19 εξ’ αιτίας ελλείψεων, αλλαγών στη διατροφή καθώς και διαταραχών στη φροντίδα υγείας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι διαβητικοί έχουν πρόσβαση στη φροντίδα που χρειάζονται.

Βιβλιογραφία: The Conversation