Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Preventive Medicine προσφέρει νέα δεδομένα που δίνουν απαντήσεις σε αρκετά ερωτήματα σχετικά με τις προσπάθειες για τον περιορισμό της πανδημίας του COVID-19. Η έρευνα προέρχεται από την Ιταλία και εξέτασε ασθενείς που είχαν αναρρώσει από COVID-19 με σκοπό να διαπιστώσει ποια είναι η διάρκεια που πρέπει να έχει η καραντίνα, καθώς και ποιο είναι το διάστημα που οι ασθενείς έχουν θετικές εξετάσεις για τον ιό μετά την ανάρρωσή τους.

Όπως ανέφεραν οι επιστήμονες της έρευνας, σχεδόν το 17% των ασθενών που ανάρρωσαν από COVID-19 είχαν εκ νέου θετικές εξετάσεις για τον ιό όταν επισκέφθηκαν ξανά το νοσοκομείο για την παρακολούθηση της πορείας τους. Οι ασθενείς στους οποίους τα αναπνευστικά συμπτώματα δεν είχαν υποχωρήσει πλήρως (ιδιαίτερα ο πονόλαιμος και η ρινίτιδα) είχαν αυξημένη πιθανότητα να έχουν ξανά θετικές εξετάσεις. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η διατήρηση των δύο παραπάνω συμπτωμάτων μετά την ανάρρωση των ασθενών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, καθώς δείχνει ότι οι ασθενείς έχουν ακόμα τον ιό στον οργανισμό τους.

«Οι γιατροί και οι ερευνητές έχουν εστιάσει περισσότερο στην οξεία φάση της νόσου, ωστόσο η παρακολούθηση των ασθενών με χρόνια συμπτώματα πρέπει να συνεχίζεται μετά την απομάκρυνσή τους από το νοσοκομείο», εξήγησε ο επικεφαλής της έρευνας Francesco Landi, MD, PhD.

Η έρευνα εξέτασε συνολικά 131 ασθενείς οι οποίοι είχαν πάρει εξιτήριο μετά το πέρας της καραντίνας σύμφωνα με τα κριτήρια του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (WHO). Οι ασθενείς αυτοί εξετάστηκαν ξανά 2 εβδομάδες μετά το εξιτήριο.

Σύμφωνα με τα κριτήρια του WHO, προκειμένου ένας ασθενής να πάρει εξιτήριο θα πρέπει:

  • Να είναι απύρετος για 3 ημέρες χωρίς να πάρει φάρμακα
  • Να έχει παρουσιάσει σαφή υποχώρηση των συμπτωμάτων του COVID-19
  • Να έχουν περάσει τουλάχιστον 7 ημέρες από την αρχική εμφάνιση των συμπτωμάτων
  • Να έχει 2 αρνητικές εξετάσεις RT-PCR με διαφορά τουλάχιστον 24 ωρών

Κατά την επανεξέτασή τους στο νοσοκομείο μετά τις 2 εβδομάδες από το εξιτήριο, οι ασθενείς έκαναν ξανά RT-PCR. Επιπλέον, καταγράφηκαν τα δημογραφικά, ιατρικά και κλινικά σημεία τους, με ιδιαίτερη έμφαση στα συμπτώματα που συνδέονται με τον COVID-19, όπως ο βήχας, το αίσθημα κόπωσης, η διάρροια, η κεφαλαλγία, η ανοσμία, η απώλεια της όρεξης, ο πονόλαιμος και η ρινίτιδα.

22 από τους παραπάνω ασθενείς (16.7%) είχαν ξανά θετικές εξετάσεις για τον ιό. Η ηλικία και το φύλο δεν συνδέθηκαν με σημαντική διαφορά στον κίνδυνο των ασθενών να έχουν ξανά θετικές εξετάσεις. Κανένας από τους ασθενείς δεν είχε πυρετό και όλοι ανέφεραν βελτίωση της κλινικής τους κατάστασης συνολικά. Ο χρόνος από τη διάγνωση της νόσου, η διάρκεια της νοσηλείας και οι θεραπείες που έλαβε ο ασθενής κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο δεν επηρέαζαν τον κίνδυνο για νέες θετικές εξετάσεις. Ορισμένα συμπτώματα όπως το αίσθημα κόπωσης (51%), η δύσπνοια (44%) και ο βήχας (17%) δεν είχαν υποχωρήσει πλήρως σε αρκετούς ασθενείς που εξετάστηκαν, ωστόσο και αυτά δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο για νέες θετικές εξετάσεις. Τα μόνα δύο συμπτώματα που εμφανίστηκαν με αυξημένη συχνότητα στους ασθενείς με θετικές εξετάσεις ήταν ο πονόλαιμος (18% έναντι 4%) και η ρινίτιδα (27% έναντι 2%).

«Οι παρατηρήσεις μας δείχνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών που έχουν αναρρώσει από COVID-19 είναι ασυμπτωματικοί φορείς του ιού», εξήγησε ο Landi. «Το κύριο ερώτημα για τον περιορισμό της πανδημίας του COVID-19 είναι αν η παρουσία σωματιδίων του ιού σημαίνει ότι ο ασθενής είναι ακόμα μολυσματικός. Η εξέταση RT-PCR εξετάζει μικρά τμήματα του ιικού RNA. Κατά συνέπεια μία θετική εξέταση δείχνει ότι ο ασθενής έχει ακόμα σωματίδια του ιού, δεν προσδιορίζει όμως αν είναι μολυσματικός».

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες συνιστούν ότι οι ασθενείς που συνεχίζουν να έχουν συμπτώματα που ομοιάζουν COVID-19 μετά την ανάρρωσή τους, θα πρέπει να αποφεύγουν την επαφή με άλλα άτομα, να φορούν μάσκα και να κάνουν τακτικά εξετάσεις.