Στους περισσότερους ασθενείς που μολύνονται με τον SARS-CoV-2, θα εμφανιστούν ήπια συμπτώματα βραχείας διάρκειας. Ωστόσο, σε ορισμένους ασθενείς, κάποια από τα συμπτώματα της λοίμωξης μπορεί να παραμείνουν για αρκετό διάστημα μετά την αποδρομή της οξείας φάσης. Το φαινόμενο αυτό έχει ονομαστεί σήμερα «long COVID».

Τα συμπτώματα του long COVID σήμερα δεν έχουν ακόμα αποσαφηνιστεί πλήρως. Ωστόσο, καθώς οι έρευνες συνεχίζονται, μαθαίνουμε συνεχώς όλο και περισσότερα γι’ αυτά. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε ποια είναι η συχνότητα εμφάνισης του long COVID, καθώς και ποιοι είναι οι ασθενείς που κινδυνεύουν περισσότερο από αυτό.

Μεγάλο Εύρος Ασθενών

Το long COVID χαρακτηρίζεται από αρκετά διαφορετικά συμπτώματα, τα οποία περιλαμβάνουν τη δύσπνοια, το αίσθημα κόπωσης, τις κεφαλαλγίες, την ανοσμία και την αγευσία.

Μία σχετικά μεγάλη μελέτη που εξέτασε 384 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν για COVID-19, διαπίστωσε ότι στο 53% η δύσπνοια δεν είχε υποχωρήσει εντελώς 1 ή 2 μήνες μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο. Επιπλέον, το 34% των ασθενών είχαν ακόμα βήχα, ενώ το 69% είχε ακόμα αίσθημα κόπωσης.

Μία πρώιμη ανάλυση των δεδομένων από το COVID Symptom Study app στις ΗΠΑ, έδειξε ότι στο 13% των ασθενών που παρουσιάζουν συμπτώματα COVID-19, ορισμένα από αυτά παραμένουν για περισσότερο από 28 ημέρες, ενώ στο 4% για περισσότερο από 56 ημέρες.

Προς το παρόν, φαίνεται ότι οι ασθενείς που νόσησαν σοβαρότερα από COVID-19 (με 5 ή περισσότερα συμπτώματα) είναι αυτοί που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν long COVID. Η ηλικία και το γυναικείο φύλο, καθώς και ο υψηλότερος ΔΜΣ είναι παράγοντες που επίσης έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο.

Μία προδημοσίευση η οποία δεν έχει δημοσιευτεί ακόμα σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό έδειξε ότι ο SARS-CoV-2 μπορεί να προκαλέσει χρόνιες βλάβες σε ορισμένα όργανα.

Η μελέτη αυτή εξέτασε συνολικά 200 ασθενείς που είχαν αναρρώσει από COVID-19 και διαπίστωσε ότι ορισμένοι από αυτούς είχαν παρουσιάσει ήπια έκπτωση της καρδιακής (32%), πνευμονικής (33%) ή νεφρικής (21%) λειτουργίας. Το 25% των ασθενών είχαν μάλιστα βλάβες σε πολλαπλά όργανα.

Η μέση ηλικία των ασθενών που εξετάστηκαν στην παραπάνω έρευνα ήταν τα 44, επομένως οι περισσότεροι από αυτούς ήταν νεαροί. Μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση ήταν ότι μόλις το 18% είχε νοσηλευτεί για COVID-19, γεγονός που δείχνει ότι ακόμα και η ήπια νόσηση μπορεί να προκαλέσει χρόνιες οργανικές βλάβες. Το ιστορικό νόσων που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19, όπως ο διαβήτης τύπου 2 και η ισχαιμική καρδιακή νόσος, δεν συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο χρονίων βλαβών.

Οι Έρευνες Συνεχίζονται

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που πιθανώς μπορεί να εξηγήσουν γιατί ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν συμπτώματα αρκετούς μήνες μετά την αποδρομή της ιογενούς λοίμωξης στην περίοδο της πανδημίας. Ωστόσο, η κατανόηση των μηχανισμών που οδηγούν στην εμφάνιση των παραπάνω συμπτωμάτων θα είναι πιθανώς ευκολότερη για κάποια όργανα σε σχέση με άλλα.

Όταν όλα τα συμπτώματα παραπέμποουν σε ένα συγκεκριμένο όργανο, η διερεύνησή τους είναι σχετικά απλή. Για παράδειγμα, σε έναν ασθενή που παρουσιάζει αίσθημα παλμών, οι επιστήμονες θα εξετάσουν την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς. Αντίστοιχα, όπου εμφανίζεται δύσπνοια, θα εξεταστεί η πνευμονική λειτουργία.

Για τη διερεύνηση της νεφρικής λειτουργίας, θα υπολογιστούν συγκεκριμένες ουσίες του αίματος, οι οποίες θα συγκριθούν με ουσίες των ούρων, με σκοπό να διαπιστωθεί αν έχει περιοριστεί η ικανότητα των νεφρών να «φιλατράρουν» το αίμα.

Ένα σύμπτωμα που δεν είναι δυνατό να εξερευνηθεί εύκολα είναι αυτό του αισθήματος κόπωσης. Μία πρόσφατη μεγάλη έρευνα έδειξε ότι το παραπάνω σύμπτωμα εμφανίζεται σε περισσότερο από το 50% των ασθενών που αναρρώνουν από COVID-19 και δεν σχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσησης.

Επιπλέον, εξετάσεις στους ασθενείς που παρουσίασαν το παραπάνω σύμπτωμα έδειξαν ότι οι ασθενείς δεν έχουν αυξημένα επίπεδα φλεγμονής, γεγονός που δείχνει ότι το αίσθημα κόπωσης δεν αποδίδεται σε λοίμωξη ή στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι παράγοντες κινδύνου που συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο long COVID στην παρούσα έρευνα ήταν το γυναικείο φύλο και το ιστορικό άγχους και κατάθλιψης.

Αν και οι άνδρες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19, οι γυναίκες είναι αυτές που κινδυνεύουν περισσότερο να παρουσιάσουν long COVID. Το φαινόμενο αυτό πιθανώς έχει ορμονικά αίτια. Ο υποδοχέας ACE2 που χρησιμοποιεί ο ιός για να μολύνει τα κύτταρα, εκτός από τα κύτταρα του αναπνευστικού συστήματος, εντοπίζεται και σε αρκετά κύτταρα που παράγουν ορμόνες, όπως αυτά του θυρεοειδούς, των επινεφριδίων και των ωοθηκών.

Ορισμένα συμπτώματα του long COVID ταυτίζονται με αυτά της εμμηνόπαυσης, γεγονός που δείχνει ότι η θεραπεία υποκατάστασης ορμονών μπορεί να αποτελεί επιλογή στον περιορισμό τους. Προφανώς, προκειμένου να διαπιστωθεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της προσέγγισης αυτής θα πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες κλινικές δοκιμές.

Καθώς η καθημερινότητα των περισσοτέρων ανθρώπων έχει επηρεαστεί σημαντικά από την παρούσα πανδημία, θα πρέπει να εξερευνήσουμε περισσότερο αν τα συμπτώματα της long COVID αποδίδονται στον ιό ή στα μέτρα για τον περιορισμό του τελευταίου.

Αυτό που είναι σίγουρο, προς το παρόν, είναι ότι τα χρόνια συμπτώματα του COVID-19 είναι αρκετά κοινά και θα χρειαστεί να γίνουν αρκετές έρευνες για να εξερευνήσουμε τα αίτια του φαινομένου αυτού, αλλά και νέες θεραπείες για την αντιμετώπισή του.