Τα εμβόλια της AstraZeneca, της Johnson & Johnson και του Ινστιτούτου Gamaleya (Ρωσίας) χρησιμοποιούν ένα τροποποιημένο αδενοϊό για την πρόληψη της COVID-19, γεγονός που έχει δημιουργήσει αρκετές αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους σε περίπτωση που χρειαστεί να χορηγούνται ετησίως.

Ο μηχανισμός δράσης των εμβολίων με ιό-φορέα, όπως ονομάζονται, περιλαμβάνει τη χρήση ενός ακίνδυνου ιού ο οποίος μεταφέρει τη γενετική πληροφορία του SARS-CoV-2 που απαιτείται για την ανάπτυξη ανοσίας.

Ωστόσο, ένας υπαρκτός κίνδυνος από τη χορήγηση των παραπάνω εμβολίων είναι ότι ο οργανισμός μπορεί να αναπτύξει ανοσία στον ιό-φορέα.

Τα περισσότερα εμβόλια με ιό φορέα χρησιμοποιούν αδενοϊούς, μία οικογένεια ιών του κοινού κρυολογήματος.

Σήμερα, έχει διαπιστωθεί ότι ασθενείς που έλαβαν πολλαπλές δόσεις εμβολίων με αδενοϊούς για άλλες λοιμώξεις, ανέπτυξαν ανοσία στους αδενοϊούς.

Αν το παραπάνω φαινόμενο επιβεβαιωθεί στα εμβόλια της COVID-19, τότε τα εμβόλια mRNA (Pfizer και Moderna), τα εμβόλια με εξασθενημένους κορονοϊούς (Sinovac) ή τα εμβόλια με πρωτεΐνες του SARS-CoV-2 (Novavax και Sanofi) θα έχουν πλεονέκτημα σε σχέση με τα εμβόλια με αδενοϊό φορέα που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Η ανάπτυξη της ανοσίας στον αδενοϊό φορέα έχει αναδειχθεί προσφάτως ως μείζον θέμα καθώς εταιρίες όπως η Johnson & Johnson έχουν δηλώσει ότι το εμβόλιό τους θα πρέπει να χορηγείται ετησίως, όπως συμβαίνει και με το εμβόλιο της γρίπης, με σκοπό να αντιμετωπίζονται τα νέα στελέχη του SARS-CoV-2.

Η Moderna και η Pfizer έχουν ήδη αρχίσει να αναπτύσσουν ενισχυτικές δόσεις για τα εμβόλιά τους με σκοπό να αντιμετωπίσουν τα νέα στελέχη.

Ακόμα και χωρίς τις μεταλλάξεις του ιού, σήμερα δεν γνωρίζουμε πόσο διαρκεί η ανοσία από τα εμβόλια, επομένως αν αποδειχθεί ότι αυτή φθίνει ταχέως, τότε θα είναι απαραίτητο να χορηγούνται ενισχυτικές δόσεις των εμβολίων.

Αν και το πρόβλημα της ανοσίας στον ιό φορέα μπορεί τελικά να ξεπεραστεί, αυτή τη στιγμή οι υπηρεσίες υγείας θα πρέπει να αποφασίσουν ποια εμβόλια πρέπει να χρησιμοποιηθούν και με ποια σειρά έτσι ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο πολλαπλών δόσεων.

Η έγκριση του εμβολίου Ervebo της Merck & Co για την αντιμετώπιση του ιού Ebola το 2019 και η χρησιμοποίησή του σε όλες τις επιδημίες του ιού στην Αφρική τα προηγούμενα χρόνια δημιουργεί αισιοδοξία ότι η ανοσία στον ιό φορέα δεν θα αποτελεί συχνό φαινόμενο.

Ωστόσο, υπάρχουν και ενδείξεις ότι η ανοσία στους αδενοϊούς μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Για παράδειγμα, το 2004, το εμβόλιο της Merck για το AIDS δεν κατάφερε να δημιουργήσει ανοσία σε άνδρες που είχαν ιστορικό έκθεσης στον αδενοϊό.

Χρήση Διαφορετικών Εμβολίων

Μία προσέγγιση για την αντιμετώπιση του παραπάνω προβλήματος είναι η χορήγηση διαφορετικών εμβολίων.

Η AstraZeneca έχει ήδη ξεκινήσει κλινικές δοκιμές σε συνεργασία με το Gamaleya Institute της Ρωσίας. Το εμβόλιο της πρώτης εταιρίας περιλαμβάνει 2 δόσεις με τον αδενοϊό AD5, ενώ στο εμβόλιο της της Ρωσίας χρησιμοποιείται διαφορετικός ιός σε κάθε δόση (AD5 και AD26). Η κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας, γνωρίζοντας ότι η ανοσία στον ιό φορέα αποτελεί ένα υπαρκτό πρόβλημα, έχει ξεκινήσει επίσης μία κλινική δοκιμή στην οποία εξετάζει τη χορήγηση μίας δόσης του εμβολίου της Pfizer και μία δόση αυτού της AstraZeneca.

Αν και η τελευταία έρευνα αρχικά είχε ως στόχο να εξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης διαφορετικών δόσεων με σκοπό να ξεπεραστεί το πρόβλημα της περιορισμένης διαθεσιμότητας των εμβολίων, πλέον έχει αποκτήσει νέο ενδιαφέρον εξ’ αιτίας του προβλήματος της ανοσίας στους αδενοϊούς.

Σήμερα δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που υποστηρίζουν ότι η χρησιμοποίηση ιών-φορέων είναι μία προσέγγιση που θα πρέπει σιγά σιγά να σταματήσει να χρησιμοποιείται στην ανάπτυξη εμβολίων. Αν κάποια στιγμή η COVID-19 φτάσει στο επίπεδο που είναι σήμερα η γρίπη, τότε πιθανώς θα χρειαστεί να εξεταστούν διαφορετικές προσεγγίσεις για τα εμβόλια.

Η AstraZeneca και το Ινστιτούτο Gamaleya προσπαθούν ήδη να ξεπεράσουν το πρόβλημα της ανοσίας στον ιό φορέα με διαφορετικές προσεγγίσεις.

Το Ρωσικό Ινστιτούτο χρησιμοποιεί δύο διαφορετικούς ιούς (έναν σε κάθε δόση) διασφαλίζοντας έτσι ότι η ανοσία που αναπτύσσεται στον ιό φορέα της 1ης δόσης δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της 2ης δόσης.

Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και η AstraZeneca χρησιμοποιούν έναν ιό των χιμπατζήδων, στον οποίο κανένας άνθρωπος δεν έχει ανοσία.

Ωστόσο, αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε τι θα γίνει αν αποδειχθεί ότι χρειάζεται να χορηγηθεί και 3η ενισχυτική δόση των παραπάνω εμβολίων.

Σύμφωνα με αρκετούς ειδικούς, ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του εμβολίου της AstraZeneca ήταν ότι χρησιμοποίησε ένα νέο ιό, στον οποίο κανένας σήμερα δεν έχει ανοσία. Ωστόσο, κάθε ασθενής που κάνει το εμβόλιο της εταιρίας θα εκτίθεται στον ιό.

Βέβαια, καθώς ο ιός των χιμπατζήδων που περιέχει το εμβόλιο δεν έχει την ικανότητα να πολλαπλασιάζεται, η ανοσιακή απόκριση του οργανισμού σε αυτόν ενδέχεται να είναι πολύ περιορισμένη.

Παρά τις παραπάνω ανησυχίες, οι περισσότεροι ειδικοί εκτιμούν ότι καθώς η δόση του εμβολίου είναι εξαιρετικά χαμηλή, η πιθανότητα ανάπτυξης ανοσίας στο καψίδιο ή το περίβλημα του ιού είναι πολύ μικρή, επομένως προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.