Οι ασθενείς που υποφέρουν από ορισμένες φλεγμονώδεις ρευματικές νόσους διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης με COVID-19 συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό. Ωστόσο, ο κίνδυνος αυτός εξαρτάται τόσο από τη νόσο όσο και από τη θεραπεία που χορηγείται στην αντιμετώπισή της, σύμφωνα με μία νέα έρευνα από την Ισπανία.

Είναι γνωστό σήμερα ότι οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με ορισμένα χρόνια νοσήματα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης, «ωστόσο δεν γνωρίζαμε τι ισχύει για τους ασθενείς με ρευματολογικά νοσήματα», είπε ο Dr Jose Pablos, συγγραφέας της έρευνας από το Research Institute Hospital 12 de Octubre στη Μαδρίτη.

Για την έρευνά τους, ο Dr Pablos και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν δεδομένα από σχεδόν 26.000 ασθενείς με ρευματολογικά νοσήματα που είχαν κάνει εξετάσεις για τον SARS-CoV-2, καθώς και ένα πληθυσμό 2.9 εκατομμυρίων ενηλίκων που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

Συνολικά, οι ασθενείς με ρευματολογικά νοσήματα είχαν 1.32 φορές αυξημένο κίνδυνο να διαγνωστούν με COVID-19 σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (0.76% έναντι 0.58%), όπως ανέφεραν οι επιστήμονες κατά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων τους στο Annals of the Rheumatic Diseases. Ωστόσο, ο κίνδυνος παρουσίαζε διαφοροποίηση ανάλογα με την κάθε νόσο.

Οι ασθενείς με ρευματοειδή ή ψωριασική αρθρίτιδα παρουσίασαν παρόμοια ποσοστά νόσησης από COVID-19 σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, παρά το γεγονός ότι η μέση ηλικία στην ομάδα αυτή των ασθενών ήταν υψηλότερη.

Ωστόσο, συγκεκριμένες ομάδες ασθενών με φλεγμονώδεις αρθρίτιδες, όπως η σπονδυλοαρθρίτιδα (ποσοστά COVID-19 0.89%), καθώς και οι ασθενείς που έπαιρναν ειδικά τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (ποσοστά COVID-19 0.94%) είχαν αυξημένο κίνδυνο νόσησης από COVID-19. «Αυτό δείχνει ότι τα ειδικά αυτά ανοσορυθμιστικά φάρμακα πιθανώς αυξάνουν τον κίνδυνο λοίμωξης με COVID-19, όπως συμβαίνει και με άλλες ιογενείς λοιμώξεις», επισήμαναν οι επιστήμονες.

Τα τυπικά DMARDs (τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα) δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από COVID-19.

Η συχνότητα του COVID-19 ήταν γενικά χαμηλότερη στους ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (0.62%), παρά το γεγονός ότι οι ασθενείς αυτοί χρησιμοποιούν περισσότερα κορτικοστεροειδή και ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι οι ασθενείς με ΣΕΛ λαμβάνουν επίσης ανθελονοσιακά φάρμακα, τα οποία μπορούν να προσφέρουν κάποιου βαθμού προστασία, όπως τόνισαν οι επιστήμονες.

Παρά το γεγονός ότι η συχνότητα του COVID-19 στους ασθενείς με ΣΕΛ ήταν χαμηλή, συνολικά στα άλλα αυτοάνοσα ή στα σχετιζόμενα με το ανοσοποιητικό σύστημα φλεγμονώδη νοσήματα, η συχνότητα των λοιμώξεων ήταν σχετικά υψηλή (1.54% ή 2.69 φορές αυξημένος κίνδυνος). Οι ασθενείς με ρευματική πολυμυαλγία/γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα για παράδειγμα, είχαν επίσης αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης με COVID-19 (1.45% ή 2.53 φορές αυξημένο κίνδυνο).

Ο Dr Pablos είπε ότι οι πληροφορίες αυτές μπορούν να βοηθήσουν «στην ανάπτυξη εξατομικευμένων προσεγγίσεων για τον COVID-19 στους ασθενείς με ρευματολογικά νοσήματα. Οι προαναφερθείσες ομάδες ασθενών (που υποφέρουν από αυτοάνοσα νοσήματα ή λαμβάνουν βιολογικούς παράγοντες) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο νόσησης σε σχέση με το γενικό πληθυσμό» και επομένως πρέπει να τηρούν ευλαβικά τα μέτρα πρόληψης. Επιπλέον, πρέπει να αναζητήσουν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση που εμφανίσουν συμπτώματα του ιού.

«Οι υπόλοιποι ασθενείς (δηλαδή αυτοί που πάσχουν από ΣΕΛ ή αρθρίτιδες και λαμβάνουν συμβατικές θεραπείες) πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Κατά συνέπεια, πρέπει να συνεχίζουν κανονικά τη θεραπεία που λαμβάνουν έτσι ώστε να αποφευχθεί μία πιθανή επιδείνωση της ρευματικής νόσου, η οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο λοίμωξης ή την εμφάνιση επιπλοκών», κατέληξε ο Dr Pablos.

Βιβλιογραφία: Medscape