Μετά από ένα δύσκολο έτος εξ’ αιτίας της πανδημίας της COVID-19, τους τελευταίους μήνες βλέπουμε για πρώτη φορά αρκετές θετικές εξελίξεις στη μάχη κατά του SARS-CoV-2. Τα εμβόλια είναι πιο κοντά από ποτέ και οι θάνατοι από τον ιό έχουν περιοριστεί καθώς πλέον γνωρίζουμε καλύτερα πως να αντιμετωπίσουμε τα σοβαρότερα περιστατικά του ιού.

Αν και, σίγουρα, οι παραπάνω εξελίξεις είναι αρκετά θετικές, έχουν επισκιάσει ένα σημαντικό πρόβλημα που παραμένει ακόμα και σχετίζεται με την πανδημία της COVID-19. Αυτό είναι η έλλειψη ενός αποτελεσματικού φαρμάκου το οποίο θα έχει την ικανότητα να προλάβει την εξέλιξη της ήπιας σε σοβαρή νόσηση. Οι θεραπείες αυτές είναι απαραίτητες, καθώς θα χρειαστεί αρκετός καιρός μέχρι να επιτευχθεί ανοσία της αγέλης μέσω του εμβολιασμού.

Αντιιικά ή άλλα φάρμακα για τα πρώιμα στάδια της νόσου μπορούν να περιορίσουν τις νοσηλείες, να μειώσουν τη διάρκεια που ο ασθενής είναι μολυσματικός και να περιορίσουν τις χρόνιες επιπλοκές της COVID-19. Τα φάρμακα αυτά θα έχουν επίσης χρησιμότητα και για άλλους κορονοϊούς που θα εμφανιστούν στο μέλλον. Σήμερα, υπάρχουν μόνο 2 τέτοια φάρμακα τα οποία μάλιστα δεν είναι εύκολο να χορηγηθούν σε μεγάλη κλίμακα.

Το κοκτέιλ αντισωμάτων της Regeneron έχει λάβει επείγουσα έγκριση αυτή τη στιγμή για ασθενείς με ήπια ή μέτρια νόσηση από COVID-19. Χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση για περίπου 1 ώρα και ο ασθενής πρέπει να παραμείνει για 1 ακόμα ώρα στο νοσοκομείο προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι όποιες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανιστούν. Το 2ο φάρμακο είναι η ρεμδεσιβίρη, ένα αντιιικό φάρμακο, το οποίο είχε δείξει αρχικά θετικά δείγματα, ωστόσο τελευταία η αποτελεσματικότητά του έχει αρχίσει να αμφισβητείται. Το φάρμακο αυτό χορηγείται επίσης ενδοφλεβίως για 5 ημέρες. Η ζήτηση για τα παραπάνω φάρμακα ξεπερνά κατά πολύ την προσφορά αυτή τη στιγμή, επομένως είναι απαραίτητο να ανακαλυφθούν άμεσα νέα ασφαλή και αποτελεσματικά φάρμακα που θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τη λοίμωξη στα πρώιμα στάδια.

Σήμερα, εντείνονται η προσπάθειες για την ανάπτυξη φαρμάκων τα οποία θα έχουν την ικανότητα να προλαμβάνουν την επιδείνωση της COVID-19 λοίμωξης. Ιδανικά, τα φάρμακα αυτά θα μπορούν να καταστρέψουν τον ιό πριν αυτός αρχίσει να πολλαπλασιάζεται ταχέως. Οι περισσότεροι ασθενείς που αναρρώνουν καταφέρνουν να εξαλείψουν τον ιό από τους πνεύμονες μέσα σε 7-10 ημέρες. Μετά το σημείο αυτό, οι περισσότερες θεραπείες είναι αναποτελεσματικές. Ακόμα κι αν τα επίπεδα του ιού μειωθούν, η ανοσιακή απόκριση για τον SARS-CoV-2 μπορεί να προκαλέσει ανεξέλεγκτη φλεγμονή η οποία καταστρέφει υγιείς πνευμονικού ιστούς. Στο σημείο αυτό, οι περισσότεροι ασθενείς θα λάβουν δεξαμεθαζόνη, ένα φάρμακο που περιορίζει τα επίπεδα της φλεγμονής.

Σύμφωνα με τον Anthony Fauci, διευθυντή του NIAIDS των ΗΠΑ, αυτή τη στιγμή ένα ιδανικό φάρμακο για την αντιμετώπιση της COVID-19 θα πρέπει να χορηγείται από του στόματος και να καταστέλλει εντελώς τον ιό μέσα σε 1 εβδομάδα ή λιγότερο.

Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν διάφορες προσεγγίσεις στην ανάπτυξη των παραπάνω φαρμάκων. Χρησιμοποιώντας υπολογιστικά μοντέλα, εξετάζουν μεγάλες βάσεις δεδομένων προκειμένου να ανιχνεύσουν φάρμακα τα οποία πιθανώς μπορούν να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες δομές του SARS-CoV-2. Τα φάρμακα που αναδεικνύονται εξετάζονται στη συνέχεια στο εργαστήριο και ακολούθως σε πειραματόζωα και ανθρώπους. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει την ταχύτερη εξέταση των φαρμάκων σε επίπεδο κλινικών δοκιμών.

Ορισμένα από τα φάρμακα που τελικά εξετάζονται είχαν εγκριθεί στο παρελθόν για την αντιμετώπιση άλλων νόσνων. Η ρεμδεσιβίρη για παράδειγμα, είχε δοκιμαστεί στο παρελθόν σε κλινικές δοκιμές για την αντιμετώπιση του ιού Ebola.

Ένα από τα φάρμακα που έχουν ξεχωρίσει αυτή τη στιγμή για την αντιμετώπιση της ήπιας COVID-19 είναι το EIDD-2801, ένα φάρμακο που είχε αναπτυχθεί αρχικά για τη γρίπη. Το φάρμακο αυτό είχε δοκιμαστεί στο παρελθόν σε πειραματόζωα και είχε διαπιστωθεί ότι μπορεί να προστατεύσει από τη σοβαρή νόσηση που προκαλούν οι ιοί SARS-CoV και MERS-CoV. Το φάρμακο αυτό εξετάζεται σήμερα σε κλινικές δοκιμές ως προς την αποτελεσματικότητά του στην αντιμετώπιση της COVID-19 και σύντομα θα γνωρίζουμε αν μπορεί να προσφέρει οφέλη.

Μία άλλη προσέγγιση που εξετάζεται είναι ο επαναπροσδιορισμός φαρμάκων που έχουν ήδη εγκριθεί για άλλες νόσους. Η φλουβοξαμίνη, ένα αγχολυτικό φάρμακο, έχει δείξει θετικά δείγματα στα πρώιμα στάδια της COVID-19. Το φάρμακο εξετάστηκε από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη με 152 ασθενείς. Όπως διαπίστωσαν, κανένας από τους 80 ασθενείς που πήραν φλουβοξαμίνη δεν παρουσίασε επιδείνωση των συμπτωμάτων. Αντιθέτως, στην ομάδα ελέγχου, 6 ασθενείς παρουσίασαν σοβαρή νόσηση, με 4 από αυτούς να χρειαστούν τελικά νοσηλεία. Η φλουβοξαμίνη δρα στον σίγμα-1 υποδοχέα, ο οποίος περιορίζει τη φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού στις ιογενείς λοιμώξεις. Το φάρμακο θα εξεταστεί ακολούθως σε ένα μεγαλύτερο δείγμα ασθενών προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητά του.

Ο επαναπροσδιορισμός φαρμάκων δεν αποτελεί, ωστόσο, τη μοναδική προσέγγιση για την ανάπτυξη φαρμάκων της COVID-19. Μία φαρμακευτική εταιρία από την Ουάσινγκτον εξετάζει σήμερα συνθετικές πρωτεΐνες οι οποίες θα έχουν την ικανότητα να προσδένονται στην πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2 και να αδρανοποιούν έτσι τον ιό. Οι πρωτεΐνες αυτές, όπως έδειξαν τα πρώιμα δεδομένα, είναι πιο αποτελεσματικές από τα αντισώματα. Το φάρμακο αυτό θα αρχίσει να εξετάζεται εντός 6μήνου σε κλινικές δοκιμές με ανθρώπους εθελοντές.

Σύμφωνα με τον Fauci, η ανάπτυξη ενός ευρέος φάσματος αντιιικού φαρμάκου που θα μπορεί να προστατεύσει από αρκετές οικογένειες ιών αποτελεί πιθανώς έναν ουτοπικό στόχο. Ωστόσο, δεν είναι αδύνατο σύντομα να έχουμε ένα φάρμακο που θα μπορεί να προστατεύσει από μία συγκεκριμένη οικογένεια ιών, όπως οι κορονοϊοί.