Καθώς συσσωρεύει νέες μεταλλάξεις, ο SARS-CoV-2 καταφέρνει να αποφύγει την ανοσιακή απόκριση μέσω απαλοιφής βάσεων από το γονιδίωμά του, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας μελέτης από το University of Pittsburgh School of Medicine.

Αν οι απαλοιφές αυτές συμβούν στην αλληλουχία που κωδικοποιεί την πρωτεΐνη ακίδα, αλλάζοντας το σχήμα της, τότε τα εξουδετερωτικά αντισώματα δεν θα μπορούν να προσκολληθούν σε αυτή, όπως υποστηρίζει η έρευνα στο επιστημονικό περιοδικό Science. Επιπλέον, καθώς οι μηχανισμοί διόρθωσης μοριακών λαθών του ιού δεν έχουν την ικανότητα να εντοπίζουν απαλοιφές βάσεων, οι μεταλλάξεις αυτές παραμένουν στο γενετικό υλικό του ιού.

«Οι μηχανισμοί αυτοί δεν μπορούν να διορθώσουν σφάλματα προσθέτοντας βάσεις που έχουν αφαιρεθεί. Μόλις γίνει απαλοιφή, η μετάλλαξη παραμένει για πάντα και, αν είναι σε περιοχή που επηρεάζει την πρόσδεση των αντισωμάτων, μπορεί να περιοριστεί η αποτελεσματικότητα των τελευταίων», εξήγησε ο επικεφαλής της έρευνας Paul Duprex, PhD, από το Πανεπιστήμιο του Pittsburgh.

Από την αρχική ανάρτηση της έρευνας ως προδημοσίευση που έγινε το Νοέμβριο, οι επιστήμονες παρακολουθούν τις νέες μεταλλάξεις του ιού που εμφανίζονται και έχουν διαπιστώσει ότι στο σύνολό τους αφορούν απαλοιφές βάσεων. Συγκεκριμένα, μεταλλάξεις αυτού του είδους φέρει τόσο το στέλεχος της Μεγάλης Βρετανίας όσο και αυτό της Νότιας Αφρικής.

Η επιστημονική ομάδα της έρευνας παρατήρησε τις μεταλλάξεις για πρώτη φορά σε ένα δείγμα αίματος από έναν ανοσοκατεσταλμένο ασθενή, ο οποίος μολύνθηκε με τον SARS-CoV-2 και νόσησε για 74 ημέρες μέχρι τελικά να καταλήξει. Οι 74 ημέρες είναι ένα μεγάλο διάστημα στο οποίο ο ιός εξελίσσεται έτσι ώστε να μπορεί να αποφεύγει τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος. Μεταλλάξεις αυτού του είδους εμφανίζονται σήμερα σε όλο τον κόσμο.

Ο Duprex συνεργάστηκε για την έρευνά του με τον Kevin McCarty, PhD, αναπληρωτή καθηγητή μοριακή βιολογίας και μοριακής γενετικής. Ο McCarthy έχει ασχοληθεί εκτενώς με την ιό της γρίπης και την ικανότητα του τελευταίου να αποφεύγει την εξουδετέρωση από το ανοσοποιητικό σύστημα.

Οι επιστήμονες εξέτασαν ακολούθως τις βάσεις δεδομένων με σκοπό να εξετάσουν όλα τα διαφορετικά γονιδιώματα του SARS-CoV-2 που έχουν απομονωθεί σήμερα από την αρχική του κυκλοφορία στον άνθρωπο.

Το καλοκαίρι του 2020 πιστεύαμε ότι ο ιός είναι σχετικά σταθερός, ωστόσο όσο περισσότερο εξέταζαν τα δεδομένα οι επιστήμονες, παρατηρούσαν συνεχώς νέες απαλοιφές. Οι μεταλλάξεις αυτές εντοπίζονται συνήθως σε περιοχές που μεταβάλλουν μεν το σχήμα της πρωτεΐνης ακίδας χωρίς, ωστόσο, να επηρεάζουν την ικανότητα του ιού να μολύνει κύτταρα και να πολλαπλασιάζεται.

Όπως υποστηρίζουν στη μελέτη τους οι επιστήμονες, η εξέλιξη ακολουθεί μία προβλέψιμη πορεία και εφόσον οι μεταλλάξεις αυτού του είδους έχουν ήδη εμφανιστεί μερικές φορές, θα συνεχίσουν να συμβαίνουν και στο μέλλον.

Ένα από τα στελέχη που φέρει αρκετές μεταλλάξεις αυτού του είδους είναι αυτό της Μεγάλης Βρετανίας, γνωστό και ως B.1.1.7. Τον Οκτώβριο του 2020 οι επιστήμονες της έρευνας παρατήρησαν για πρώτη φορά το στέλεχος αυτό, το οποίο ωστόσο δεν είχε εξαπλωθεί και κανείς δεν περίμενε ότι θα κυκλοφορήσει σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Μία θετική παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι το στέλεχος που ανιχνεύθηκε στον ανοσοκατεσταλμένο ασθενή που εξέτασε η έρευνα, ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί από τα αντισώματα στο πλάσμα ασθενών που είχαν αναρρώσει, γεγονός που δείχνει ότι χρειάζονται αρκετές μεταλλάξεις προκειμένου να εμφανιστεί ένα ανθεκτικό στέλεχος.

«Ο ιδανικός τρόπος να αντιμετωπιστεί η πανδημία περιλαμβάνει την εφαρμογή αρκετών διαφορετικών προσεγγίσεων ταυτόχρονα. Διαφορετικά αντισώματα, διαφορετικά νανοσωματίδια και διαφορετικά είδη εμβολίων θα μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε ευκολότερα τις μεταλλάξεις», είπε ο Duprex.

Αν και η παρούσα μελέτη δείχνει ότι ο SARS-CoV-2 μπορεί να μεταλλαχθεί έτσι ώστε να αποφεύγει την εξουδετέρωση από τα εμβόλια και τα φάρμακα, είναι αδύνατο να γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή πως θα εξελιχθεί η πανδημία. Ποια θα είναι η διάρκεια της προστασίας που προσφέρουν τα εμβόλια; 6 μήνες; 1 χρόνος; 5 χρόνια;

Οι επιδράσεις των παραπάνω μεταλλάξεων στην εξουδετέρωση του ιού από τα αντισώματα των εμβολίων είναι προς το παρόν άγνωστες. Ωστόσο, φαίνεται ότι σε μέλλον θα πρέπει να αρχίσουμε να εξετάζουμε το ενδεχόμενο προσαρμογής των εμβολίων σε νεότερα στελέχη.