Οι ασθενείς με ρευματολογικά νοσήματα που νοσούν από COVID-19 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Οι παραπάνω κίνδυνος επηρεάζεται τόσο από τους παράγοντες κινδύνου στο γενικό πληθυσμό όσο και από παράγοντες ειδικούς για τα ρευματολογικά νοσήματα και τη θεραπεία τους, όπως διαπίστωσε μία νέα μελέτη.

Από το σύνολο των 3.729 ασθενών που έλαβαν μέρος στο COVID-19 Global Rheumatology Alliance στο διάστημα Μάρτιο-Ιούλιο 2020, το 10.5% τελικά κατέληξε. Όπως ισχύει και στο γενικό πληθυσμό, η προχωρημένη ηλικία ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου, με το 68.7% των θανάτων να αφορούν ασθενείς ηλικίας άνω των 65. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος θανάτου ήταν 3 φορές αυξημένος στους ασθενείς ηλικίας 66-75 και 6.18 φορές αυξημένος στους ασθενείς άνω των 75, όπως διαπίστωσε η μελέτη.

Ένας άλλος παράγοντας που συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου ήταν η αυξημένη δραστηριότητα των ρευματολογικών νόσων κατά τη διάγνωση της COVID-19. Όπως διαπιστώθηκε, οι ασθενείς με μέτρια ή υψηλή δραστηριότητα της νόσου είχαν 87% αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν από τον ιό, συγκριτικά με αυτούς που είχαν χαμηλή δραστηριότητα ή ύφεση. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Annals of Rheumatic Diseases.

Τα αποτελέσματα της έρευνας υπογραμμίζουν ότι είναι σημαντικό γίνεται ρύθμιση των ρευματολογικών νόσων, ιδιαίτερα στην εποχή της COVID-19.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι οι ασθενείς με υποκείμενα ρευματολογικά νοσήματα είχαν παρόμοια ή ελαφρώς χειρότερη πρόγνωση σε σχέση με τους ασθενείς του γενικού πληθυσμού. Ωστόσο, εκείνη την εποχή δεν είχε εξεταστεί αν η δραστηριότητα των νόσων ή η λήψη φαρμάκων που επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να επιβαρύνει την πορεία της λοίμωξης από COVID-19.

Το Global Rheumatology Alliance ξεκίνησε στις 24 Μαρτίου 2020, με σκοπό να δοθούν απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα. Στην παραπάνω βάση δεδομένων ρευματολόγοι από όλο τον κόσμο μπορούν να εισάγουν δεδομένα για τους ασθενείς με ρευματολογικά νοσήματα και COVID-19.

Ασθενείς και Παράγοντες Κινδύνου

Οι ασθενείς της βάσης δεδομένων χωρίστηκαν σε 3 κατηγορίες: ασθενείς με φλεγμονώδεις αρθροπάθειες (εκτός της ρευματοειδούς αρθρίτιδας), ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα και ασθενείς με παθήσεις του συνδετικού ιστού (όπως η αγγειίτιδα). Στη μελέτη εξετάστηκαν τόσο επιβεβαιωμένα όσο και πιθανά περιστατικά COVID-19.

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 57, ενώ τα 2/3 ήταν γυναίκες. Το 70% ήταν κάτω των 65 ετών. Το 37.4% των ασθενών είχε ρευματοειδή αρθρίτιδα, το 14.3% είχε παθήσεις του συνδετικού ιστού (εκτός από ΣΕΛ), το 10.5% είχε συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ), το 11.8% είχε ψωριασική αρθρίτιδα, ενώ το 11.6% είχε άλλες σπονδυλοαρθροπάθειες. Ένας μικρός αριθμός ασθενών είχε άλλες ρευματολογικές παθήσεις, όπως ιδιοπαθή νεανική αρθρίτιδα και αγγειίτιδα.

Οι περισσότεροι ασθενείς ήταν από την Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική. Το 47.5% των ασθενών είχε χαμηλή δραστηριότητα της ρευματολογικής νόσου πριν τη μόλυνση με τον SARS-CoV-2, ενώ στο 32.4% η νόσος ήταν σε ύφεση.

Περίπου το 50% των ασθενών του συνολικού δείγματος χρειάστηκε νοσηλεία, ενώ το 6.2% τελικά διασωληνώθηκε. Από τους ασθενείς που κατέληξαν, το 40.8% είχε διασωληνωθεί.

Η πλειοψηφία των ασθενών ανέφερε τουλάχιστον 1 συννοσηρότητα, όπως για παράδειγμα υπέρταση (35.3%), χρόνια πνευμονική νόσο (19.4%), διαβήτη (13.6%) και παχυσαρκία (16.1%). Το 42.7% των ασθενών που κατέληξαν είχαν 3 ή περισσότερες συννοσηρότητες.

Μετά από διάφορες αναλύσεις, οι παράγοντες (εκτός της ηλικίας) που συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από COVID-19 ήταν (το ποσοστό αυξημένου κινδύνου στην παρένθεση):

  • Ανδρικό φύλο (46%)
  • Χρόνιες πνευμονικές παθήσεις (68%)
  • Καρδιαγγεική νόσος και υπέρταση (89%)
  • Κάπνισμα στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα (45%)
  • Χρόνια νεφρική νόσος στους ασθενείς με παθήσεις του συνδετικού ιστού ή αγγειίτιδα (130%)

Τα Δεδομένα για τα Φάρμακα

Το 40.6% των ασθενών στη βάση δεδομένων έπαιρναν συμβατικά τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs) ή/και ανοσοκατασταλτικά, το 35.7% έπαιρνε βιολογικά DMARDs, ενώ το 3.9% έπαιρνε εξατομικευμένα συνθετικά DMARDs. Το 19.8% των ασθενών δεν έπαιρνε κανένα DMARD ή ανοσοκατασταλτικό.

Το 39.8% των ασθενών της τελευταίας κατηγορίας έπαιρνε γλυκοκορτιοκοειδή. Όπως διαπίστωσε η έρευνα, οι ασθενείς που δεν έπαιρναν DMARDs είχαν σχεδόν διπλάσιο (111% αυξημένο) κίνδυνο θανάτου.

Συγκριτικά με τη μονοθεραπεία μεθοτρεξάτης, η χρήση ριτουξιμάμπης συνδέθηκε με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου στο συνολικό δείγμα της έρευνας (304%), αλλά και ξεχωριστά στους ασθενείς με φλεγμονώδεις αρθρίτιδες (442%), ρευματοειδή αρθρίτιδα (399%) ή παθήσεις του συνδετικού ιστού (272%).

Μία θεωρία που μπορεί πιθανώς να εξηγήσει τον αυξημένο κίνδυνο από το παραπάνω φάρμακο είναι το γεγονός ότι προσδένεται στα CD20 στην επιφάνεια των Β λεμφοκυττάρων. Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της έρευνας, η εξάντληση των κυττάρων αυτών μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή αντισωμάτων για τον ιό, καθώς και την ανάπτυξη ανοσίας.

Άλλα φάρμακα που συνδέθηκαν επίσης με αυξημένο κίνδυνο θανάτου ήταν η σουλφασαλαζίνη (260%), καθώς και ορισμένα ανοσοκατασταλτικά, όπως η αζαθειοπρίνη, η κυκλοφωσφαμίδη και η μυκοφαινολάτη (122%).

Η σύνδεση της σουλφασαλαζίνης με αυξημένη θνησιμότητα από COVID-19 προκάλεσε έκπληξη στους επιστήμονες, καθώς το φάρμακο έχει πολύ ήπια ανοσοκατασταλτική δράση. Ωστόσο, προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι η σουλφασαλαζίνη μπορεί να επηρεάσει την ανοσιακή απόκριση στους RNA ιούς. Οι επιστήμονες υποστήριξαν, ωστόσο, ότι η σουλφασαλαζίνη επιλέγεται συχνά ως εναλλακτικό φάρμακο της μεθοτρεξάτης στους ασθενείς που πάσχουν από πνευμονικές παθήσεις. Κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύεται σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στο φάρμακο και τον αυξημένο κίνδυνο θανάτου από COVID-19.