Μία μεγάλη παγκόσμια έρευνα η οποία εξέτασε ασθενείς που μπήκαν στη ΜΕΘ για COVID-19, για διαπίστωσε ότι η πιθανότητα να παρουσιαστεί σοβαρή πνευμονία (που χρειάζεται διασωλήνωση) είναι ανάλογη με το δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) ανεξαρτήτως άλλων παραγόντων κινδύνου, όπως η υπέρταση, ο διαβήτης, η δυσλιπιδαιμία ή το ιστορικό καπνίσματος.

Η σύνδεση ανάμεσα στο ΔΜΣ και την ανάγκη διασωλήνωσης ήταν γραμμική, μετά την προσαρμογή για την ηλικία, το φύλο και άλλους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου.

«Οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου ήταν η ηλικία και το φύλο, ωστόσο ο 3ος σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση σοβαρής πνευμονίας ήταν η παχυσαρκία», υποστήριξε ο François Pattou, MD, ο οποίος παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας στην ετήσια συνάντηση του ObesityWeek 2020. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν επίσης στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet.

Τον Απρίλιο, η ίδια ομάδα ερευνητών είχε αναδείξει την παχυσαρκία ως έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19, ιδιαίτερα στους ασθενείς νεαρής ηλικίας. Αρκετές μελλοντικές έρευνες παρατήρησαν επίσης την παραπάνω σύνδεση, η οποία επιβεβαιώθηκε πλέον από την παρούσα παγκόσμια μελέτη.

«Ο μεγάλος αριθμός ασθενών που εξετάστηκε στην έρευνα μάς επιτρέπει να προσδιορίσουμε το ρόλο αρκετών μεταβολικών παραγόντων και να δείξουμε ότι η παχυσαρκία, και όχι ο διαβήτης ή η υπέρταση, ήταν ο κύριος παράγοντας που επηρέαζε την πιθανότητα διασωλήνωσης (μετά την ηλικία και το φύλο)», εξήγησε ο Pattou.

Η επίδραση της παχυσαρκίας ήταν μάλιστα υψηλότερη σε γυναίκες ηλικίας κάτω των 50 ετών.

Οι Ασθενείς με Σοβαρή Παχυσαρκία Πρέπει να Αποφύγουν μία Λοίμωξη με τον Ιό

Η έρευνα παρατήρησε επίσης ένα «παράδοξο» αναφορικά με τη θνησιμότητα μετά την εισαγωγή στη ΜΕΘ.

Ειδικότερα, συγκριτικά με τους ασθενείς που είχαν φυσιολογικό βάρος (<25 ΔΜΣ), οι ασθενείς με σοβαρή παχυσαρκία (>40 ΔΜΣ) είχαν αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν μέσα σε 28 ημέρες μετά την εισαγωγή στη ΜΕΘ. Ωστόσο, οι ασθενείς με μέτρια παχυσαρκία (25-39.9 ΔΜΣ) είχαν χαμηλότερο κίνδυνο να καταλήξουν.

«Η δεύτερη παρατήρηση της έρευνάς μας ήταν η μη γραμμική σύνδεση ανάμεσα στο ΔΜΣ και τη θνησιμότητα στους ασθενείς που βρίσκονται στη ΜΕΘ», δήλωσε ο Pattou.

Ο Matteo Rottoli, MD, PhD, συγγραφέας μίας άλλης έρευνας για την παχυσαρκία και τον COVID-19 που είχε δημοσιευτεί τον Ιούλιο, υποστήριξε ότι οι παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι η παχυσαρκία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την εισαγωγή στη ΜΕΘ και το θάνατο.

Ο Rottoli και οι συνεργάτες του από το Πανεπιστήμιο της Bologna στην Ιταλία είχαν διαπιστώσει ότι ο ΔΜΣ πάνω από 35 συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η παχυσαρκία θα πρέπει να θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ιδιαίτερα οι ασθενείς με σοβαρή παχυσαρκία θα πρέπει να λάβουν κάθε μέτρο προκειμένου να αποφύγουν το ενδεχόμενο μίας λοίμωξης με τον ιό.

Ο Pattou συμφώνησε, υποστηρίζοντας επίσης ότι σήμερα γνωρίζουμε πολύ περισσότερα σχετικά με την αντιμετώπιση της πνευμονίας του COVID-19 σε σχέση με την αρχή της πανδημίας. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί ότι οι παχύσαρκοι ασθενείς θα πρέπει να τηρούν ευλαβικά τα μέτρα πρόληψης.

Διαχωρισμός του ΔΜΣ από τους Υπόλοιπους Μεταβολικούς Παράγοντες Κινδύνου

Από τις 16 Δεκεμβρίου 2019 μέχρι την 1η Νοεμβρίου 2020 περισσότεροι από 45 εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως έχουν μολυνθεί με τον COVID-19, με περισσότερους από 1.2 εκατομμύρια να καταλήγουν από αυτόν.

Μέχρι σήμερα αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με COVID-19 και παχυσαρκία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας, εισαγωγής στη ΜΕΘ, διασωλήνωσης και θανάτου, ωστόσο δεν γνωρίζαμε ακόμα αν ο ΔΜΣ αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου.

Ο Pattou και οι συνεργάτες του στην έρευνά τους εξέτασαν τη σύνδεση ανάμεσα στο ΔΜΣ και τη σοβαρότητα της πνευμονίας του COVID-19, καθώς και τη θνησιμότητα από όλα τα αίτια στις 28 ημέρες από την εισαγωγή στη ΜΕΘ.

Θέλησαν επίσης να εξετάσουν ξεχωριστά την επίδραση του DMS σε σχέση με άλλους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου, καθώς και την επίδραση της ηλικίας και του φύλου στην πρόγνωση των ασθενών.

Για το σκοπό αυτό έκαναν μία μελέτη παρατήρησης σε 1461 ασθενείς με επιβεβαιωμένη λοίμωξη από COVID-19 οι οποίοι είχαν εισαχθεί στη ΜΕΘ 21 νοσοκομείων από τις 19 Φεβρουαρίου μέχρι τις 11 Μαΐου 2020.

Σχεδόν τα 2/3 των εθελοντών (73%) ήταν άνδρες . Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 64 και το μέσο ΔΜΣ ήταν 28.1.

Το 52% των ασθενών είχε υπέρταση, το 29% είχε διαβήτη, το 29% είχε υπερλιπιδαιμία και το 6.5% ήταν καπνιστές.

Το 74% των ασθενών τελικά διασωληνώθηκαν ενώ το 36% κατέληξε μέσα σε 28 ημέρες από την εισαγωγή στη ΜΕΘ.

Κάθε αύξηση του ΔΜΣ κατά 5 μονάδες συνδέθηκε με 27% αυξημένο κίνδυνο διασωλήνωσης στο συνολικό δείγμα και με 65% αυξημένο κίνδυνο στις γυναίκες κάτω των 50 ετών, μετά την προσαρμογή για άλλους παράγοντες κινδύνου.

Το ανδρικό φύλο και η μεγαλύτερη ηλικία κατά 10 χρόνια συνδέθηκαν με 82% και 17% αυξημένο κίνδυνο διασωλήνωσης, αντίστοιχα. Η υπέρταση, ο διαβήτης, η υπερλιπιδαιμία και το ιστορικό καπνίσματος δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο.

Μετά την προσαρμογή για την ηλικία, το φύλο και τους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου, η παχυσαρκία τάξης ΙΙΙ (ΔΜΣ>40) συνδέθηκε με 68% αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας.

«Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι θα πρέπει να γίνονται πιο επιθετικές παρεμβάσεις στους ασθενείς με COVID-19 που διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο πνευμονίας, προκειμένου να μειωθεί η επιβάρυνση στις ΜΕΘ παγκοσμίως. Θα πρέπει επίσης να γίνουν έρευνες προκειμένου να εξερευνηθεί περισσότερο ο μηχανισμός μέσω του οποίου ο ιός προκαλεί σοβαρές βλάβες στον πνεύμονα», κατέληξαν οι επιστήμονες.

Βιβλιογραφία: Medscape