Τις τελευταίες ημέρες υπάρχουν αρκετά αντικρουόμενα δεδομένα σχετικά με την ιβουπροφαίνη και τις επιδράσεις της στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του COVID-19, ιδιαίτερα μετά την αλλαγή στάσης του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (WHO).

Αφού αρχικά είχε συστήσει την αποφυγή της ιβουροφαίνης για τα συμπτώματα του νέου κορονοϊού, στις 19 Μαρτίου ο WHO άλλαξε τη στάση του και πλέον επιτρέπει το γνωστό ΜΣΑΦ για την αντιμετώπιση του COVID-19.

Η σύγχυση σχετικά με το παραπάνω φάρμακο ξεκίνησε όταν ο Υπουργός Υγείας της Γαλλίας, Olivier Veran, έφραψε στο Twitter ότι τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα (όπως η ιβουπροφαίνη και η κορτιζόνη) μπορεί να αποτελούν παράγοντα επιδείνωσης του COVID-19. Τόνισε επίσης ότι οι ασθενείς πρέπει να προτιμούν την παρακεταμόλη σε σχέση με το παραπάνω φάρμακο για την αντιμετώπιση του πυρετού.

Προς το παρόν, άλλοι οργανισμοί υγείας, όπως το NHS της Αγγλίας, έχουν τροποποιήσει τις οδηγίες τους και συνιστούν επίσης να προτιμάται η παρακεταμόλη έναντι της ιβουπροφαίνης, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ισχυρά δεδομένα που δείχνουν ότι η τελευταία συνδέεται με επιδείνωση των συμπτωμάτων. Το επιστημονικό περιοδικό The BMJ τόνισε επίσης ότι η ιβουπροφαίνη πρέπει να αποφεύγεται στη θεραπεία των συμπτωμάτων του COVID-19.

Η ιβουπροφαίνη ανήκει στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ). Τα ΜΣΑΦ χρησιμοποιούνται συνήθως για την αντιμετώπιση της φλεγμονής, του άλγους ή του πυρετού. Οι ασθενείς παίρνουν τα φάρμακα αυτά και για την αντιμετώπιση φλεγμονωδών παθήσεων που περιλαμβάνυυν αρθρίτιδα και άλγος. Η παρακεταμόλη μπορεί επίσης να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του άλγους και του πυρετού.

Ο πυρετός, δηλαδή η αυξημένη θερμοκρασία του σώματος, αποτελεί ένα κλασικό σημείο του COVID-19, μαζί με το βήχα και τη δύσπνοια. Ο πυρετός αποτελεί ένα μηχανισμό άμυνας του οργανισμού, κατά τον οποίο παράγοντα αρκετά μόρια που ενημερώνουν τον εγκέφαλο ότι πρέπει να διατηρήσει θερμότητα στον οργανισμό για να αντιμετωπίσει τη λοίμωξη.

Αν και ο πυρετός κατά τη διάρκεια μίας λοίμωξης αποτελεί φυσιολογικό μηχανισμό άμυνας του οργανισμού, η υπερβολική αύξηση της θερμοκρασίας μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή και πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα. Το σύμπτωμα αυτό προκαλεί έντονη δυσφορία καθώς συνήθως συνοδεύεται από ρίγος, κεφαλαλγία, ναυτία και σταμαχικές ενοχλήσεις. Η ιβουπροφαίνη ή η παρακεταμόλη μπορούν να αντιμετωπίσουν τον πυρετό, περιορίζοντας τα μόρια που σχετίζονται με τον τελευταίο.

Ωστόσο, μία ομάδα επιστημόνων που συνέκρινε τα δύο φάρμακα το 2013 ως προς την αποτελεσματικότητά τους στις αναπνευστικές λοιμώξεις, κατέληξε ότι οι ασθενείς πρέπει να προτιμούν την παρακεταμόλη καθώς η ιβουπροφαίνη προκάλεσε επιδείνωση των συμπτωμάτων σε ορισμένους ασθενείς.

Πρέπει να Ανησυχήσουμε;

Ο σημαντικότερος λόγος που σήμερα υπάρχει ανησυχία σχετικά με τις επιδράσεις της ιβουπροφαίνης στον COVID-19 είναι τα αποτελέσματα προηγουμένων ερευνών που είχαν δείξει ότι οι ασθενείς που πάσχουν από άλλες πνευμονικές παθήσεις (όπως η πνευμονία) παρουσιάζουν επιδείνωση των συμπτωμάτων και παρατεταμένη διάρκεια νόσησης μετά τη λήψη ΜΣΑΦ, μεταξύ των οποίων και η ιβουπροφαίνη.

Ωστόσο, από τις παραπάνω έρευνες δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε αν η ιβουπροφαίνη ευθύνεται άμεσα για την επιδείνωση των συμπτωμάτων. Υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο η ιβουπροφαίνη να αντιμετωπίζει το άλγος με αποτέλεσμα να αποκρύπτει τα συμπτώματα που θα προκαλούσαν ανησυχία, καθυστερώντας έτσι τη χορήγηση της θεραπείας.

Οι παρατηρήσεις των παραπάνω ερευνών μπορεί να σχετίζονται επίσης με τις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες της ιβουπροφαίνης. Μία θεωρία υποστηρίζει ότι τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα παρεμβαίνουν στην ανοσιακή απόκριση, αν και δεν έχει αποδειχθεί ακόμα κάτι τέτοιο για την ιβουπροφαίνη.

Δύο έρευνες από τη Γαλλία, προειδοποίησαν τους γιατρούς και τους φαρμακοποιούς ότι δεν πρέπει να χορηγούν ΜΣΑΦ σε ασθενείς με αναπνευστικές λοιμώξεις. Υποστήριξαν επίσης ότι τα ΜΣΑΦ δεν πρέπει να χορηγούνται για την αντιμετώπιση ιογενών λοιμώξεων στα παιδιά.

Αν και οι παραπάνω έρευνες δεν κατάφεραν να αναδείξουν το σχετικό μηχανισμό, και οι δύο παρατήρησαν χειρότερη πορεία στους ασθενείς που είχαν πάρει ΜΣΑΦ για την αντιμετώπιση των πνευμονικών νόσων.

Μία πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet έδειξε ότι οι αρνητικές επιδράσεις της ιβουπροφαίνης σχετίζονται με ένα ένζυμο και συγκεκριμένα με το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης II (ACE2), αν και αυτό ακόμα δεν έχει αποδειχθεί. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ανησυχία στους ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης ή αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης (ARBs) για την αντιμετώπιση των καρδιακών παθήσεων.

Αρκετοί διεθνείς οργανισμοί υγείας έχουν δημοσιεύσει ανακοινώσεις με τις οποίες υποστηρίζουν ότι οι ασθενείς δεν πρέπει να σταματήσουν να παίρνουν τα φάρμακά τους βασιζόμενοι σε δεδομένα που ακόμα δεν έχουν αποδειχθεί.

Καθώς ο SARS-CoV-2 είναι ένα νέο είδος ιού, δεν υπάρχουν σήμερα επαρκή δεδομένα που να δείχνουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να είναι επιβλαβής είναι να επιδεινώσει τα συμπτώματα του COVID-19. Η έρευνα στο πεδίο αυτό συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό, ωστόσο καθώς η παραπληροφόρηση σχετικά με την ιβουπροφαίνη είναι εκτεταμένη, προς το παρόν προτείνεται να αποφεύγεται η χρήση της ιβουπροφαίνης για την αντιμετώπιση του COVID-19, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσες παθήσεις.

Αν πιστεύετε ότι έχετε COVID-19 αποφύγετε την ιβουπροφαίνη, εκτός αν έχετε λάβει σχετική οδηγία από τον γιατρό ή το φαρμακοποιό σας.

Οι ασθενείς που παίρνουν αντιφλεγμονώδη φάρμακα για την αντιμετώπιση άλλων παθήσεων, πρέπει να ρωτούν τον γιατρό τους και να μην σταματούν ποτέ το φάρμακο με δική τους πρωτοβουλία.

Πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι η ιβουπροφαίνη και τα ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσουν στομαχικά έλκη και δυσπεψία, επομένως δεν πρέπει να λαμβάνονται από ορισμένους ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, νεφρικά και ηπατικά προβλήματα, άσθμα ή ηλικία άνω των 65. Τα φάρμακα αυτά δεν πρέπει επίσης να χορηγούνται σε ασθενείς με πολύ υψηλή αρτηριακή πίεση, καθώς και έγκυες γυναίκες ή γυναίκες που προσπαθούν να μείνουν έγκυες.

Στις παραπάνω περιπτώσεις, πρέπει να προτιμάται η παρακεταμόλη, η οποία μπορεί επίσης να αντιμετωπίσει το άλγος και τον πυρετό. Αν και χρειάζεται σχεδόν 1 ώρα για να δράσει, το φάρμακο αυτό είναι ασφαλές για τις εγκύους και τις θηλάζουσες και μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό. Η παρακεταμόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατικά ή νεφρικά προβλήματα.

Η συνήθης δόση της παρακεταμόλης είναι 1 ή 2 ταμπλέτες των 500mg μέχρι 4 φορές την ημέρα, με τουλάχιστον λίγες ώρες ανάμεσα στις δόσεις. Η παρακεταμόλη χορηγείται συνήθως στα παιδιά σε μορφή σιροπιού. Η δόση εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, ωστόσο και πάλι δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 4 δόσεις την ημέρα, με αρκετές ώρες διαφορά ανάμεσα σε κάθε δόση.

Καθώς σήμερα παρατηρείται έλλειψη τόσο στην ιβουπροφαίνη όσο και στην παρακεταμόλη είναι σημαντικό να μην αγοράζουμε περισσότερα φάρμακα απ’όσα χρειαζόμαστε, καθώς κάθε επιπλέον φάρμακο που αγοράζουμε το στερείται κάποιος άλλος που πιθανώς το έχει περισσότερο ανάγκη.