Οι διαφορές της ανοσιακής απόκρισης στους ασθενείς με COVID-19 μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως προγνωστικός παράγοντας για τη μέτρια ή σοβαρή νόσηση από τον ιό, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας από το Yale που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature.

Με τον τρόπο αυτό, οι γιατροί θα μπορούν να ξεχωρίσουν από νωρίς ποιοι ασθενείς διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση και να χορηγήσουν τα κατάλληλα φάρμακα για την αντιμετώπιση του ιού.

Η έρευνα εξέτασε συνολικά 113 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στο Yale New Haven Hospital. Οι επιστήμονες ανέλυσαν την ανοσιακή απόκριση καθενός από αυτούς κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο νοσοκομείο. Όπως παρατήρησαν, όλοι οι ασθενείς παρουσίασαν μία κοινή «δραστηριότητα» στο ανοσοποιητικό τους σύστημα σχετικά νωρίς στην πορεία του COVID-19. Οι ασθενείς που τελικά εμφάνισαν μέτρια συμπτώματα παρουσίασαν σταδιακά περιορισμό της ανοσιακής απόκρισης και του ιικού φορτίου. Αντιθέτως, οι ασθενείς που νόσησαν σοβαρά, δεν παρουσίασαν τις παραπάνω μειώσεις, με αρκετά, μάλιστα, από τα ανοσιακά σήματα να αυξάνονται.

Ωστόσο, ακόμα και νωρίς στην πορεία της νόσου, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ενδείξεις που μπορούσαν να «προβλέψουν» ποιοι ασθενείς θα παρουσιάσουν σοβαρότερη νόσηση από τον ιό.

«Καταφέραμε να ανακαλύψουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της ανοσιακής απόκρισης με προγνωστική ισχύ», είπε ο επικεφαλής της έρευνας, Akiko Iwasaki, καθηγητής ανοσοβιολογίας και κυτταρικής βιολογίας από το Howard Hughes Medical Institute.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το ανοσοποιητικό σύστημα εκκινεί μία μαζική και επιβλαβή «καταιγίδα κυτταροκινών» στα σοβαρά περιστατικά του COVID-19. Ωστόσο, τα ειδικά στοιχεία της ανοσιακής απόκρισης που ενοχοποιούνται για τις παραπάνω βλάβες δεν έχουν αποσαφηνιστεί.

Η ανάλυση του Yale κατάφερε να προσδιορίσει ορισμένους από τους παράγοντες που συνδέονται με χειρότερη πρόγνωση. Συγκεκριμένα, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, ένας παράγοντας κινδύνου ήταν η παρουσία άλφα ιντερφερόνης, μίας κυτταροκίνης η οποία ενεργοποιείται για να αντιμετωπίσει ιογενή παθογόνα, όπως για παράδειγμα ο ιός της γρίπης. Ωστόσο, οι ασθενείς με COVID-19 και υψηλότερα επίπεδα άλφα ιντερφερόνης είχαν χειρότερη πρόγνωση σε σχέση με αυτούς που είχαν χαμηλότερα επίπεδα.

«Ο SARS-CoV-2 δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την παρουσία της άλφα ιντερφερόνης», είπε ο Iwasaki. «Η κυτταροκίνη φαίνεται ότι προκαλεί βλάβες και δεν βοηθά στην αντιμετώπιση του ιού».

Ένας άλλος προγνωστικός παράγοντας που συνδέθηκε με χειρότερη πρόγνωση ήταν η ενεργοποίηση του φλεγμονωσώματος, ενός συμπλέγματος πρωτεϊνών που ανιχνεύει τα παθογόνα και εκκινεί την φλεγμονώδη απόκριση για την αντιμετώπιση της λοίμωξης. Η ενεργοποίηση του φλεγμονοσώματος συνδέθηκε με χειρότερη πρόγνωση και θάνατο σε αρκετούς ασθενείς.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι οι ασθενείς που παρουσιάζουν την καλύτερη απόκριση στη λοίμωξη έχουν υψηλότερα επίπεδα αυξητικών παραγόντων, ενός είδους κυτταροκινών που επιδιορθώνουν τις βλάβες στους ιστούς και στα τοιχώματα των αγγείων και των πνευμόνων.

Συνολικά, οι παραπάνω παράγοντες μπορούν να προβλέψουν ποιοι ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης, όπως τόνισαν οι επιστήμονες.

Φωτογραφία: IAEA Imagebank