Οι περισσότεροι ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) ή φλεγμονώδεις αρθρίτιδες δεν διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας από COVID-19, όπως διαπίστωσαν δύο νέες έρευνες που δημοσιεύτηκαν πριν λίγες ημέρες.

Τόσο ο ΣΕΛ όσο και οι συχνότερες μορφές αρθρίτιδας χαρακτηρίζονται από παθολογική στόχευση υγιών ιστών του οργανισμού από το ανοσοποιητικό σύστημα, γεγονός που οδηγεί σε φλεγμονή των αρθρώσεων, του δέρματος, των νεφρών και άλλων οργάνων.

Η πλειοψηφία των ασθενών που επηρεάζονται από τα παραπάνω νοσήματα είναι γυναίκες.

Οι δύο νέες έρευνες δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Arthritis & Rheumatology και διεξήχθησαν από επιστήμονες στο Grossman School of Medicine της Νέας Υόρκης.

Μία παρατήρηση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν ότι οι ασθενείς με αρθρίτιδα που έπαιρναν στεροειδή είχαν αυξημένο κίνδυνο να νοσηλευτούν για COVID-19 συγκριτικά με αυτούς που έπαιρναν βιολογικούς παράγοντες.

Οι επιστήμονες τόνισαν, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα καθησυχαστικά για τους ασθενείς που πάσχουν από τις παραπάνω παθήσεις και ανησυχούν αν οι θεραπείες που λαμβάνουν τούς καθιστούν περισσότερο ευάλωτους σε μία πιθανή λοίμωξη με COVID-19.

Η πρώτη έρευνα παρακολούθησε την πορεία 226 ενηλίκων οι οποίοι έπαιρναν θεραπεία για μέτριο ή σοβαρό ΣΕΛ. Οι ερευνητές εξέτασαν τους ίδιους τους εθελοντές ή τα ιατρικά τους αρχεία από τις 14 Απριλίου μέχρι την 1η Ιουνίου, διάστημα όπου εμφανίστηκε ο υψηλότερος αριθμός περιστατικών στη Νέα Υόρκη.

Από τους συνολικά 83 ασθενείς που μολύνθηκαν με τον SARS-CoV-2, οι 24 νοσηλεύτηκαν και οι 4 κατέληξαν.

Όπως παρατήρησαν οι επιστήμονες, οι ασθενείς με ΣΕΛ που έπαιρναν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα όπως η μυκοφαινολάτη μοφετίλ και η αζαθειοπρίνη δεν είχαν αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας σε σχέση με αυτούς που δεν έπαιρναν τα παραπάνω φάρμακα.

Η δεύτερη έρευνα παρακολούθησε 103 γυναίκες που έλαβαν θεραπεία για φλεγμονώδεις αρθρίτιδες (ρευματοειδή, ψωριασική και σπονδυλοαρθρίτιδα) από τις 3 Μαρτίου μέχρι τις 4 Μαΐου.

Σε αντίθεση με την οστεοαρθρίτιδα, οι παραπάνω αρθρίτιδες δεν εμφανίζονται μετά από υπερβολική καταπόνηση των αρθρώσεων.

Όλες οι γυναίκες που εξετάστηκαν από την έρευνα είχα θετικές εξετάσεις για COVID-19 ή είχαν έρθει σε επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα.

Συνολικά 27 γυναίκες νοσηλεύτηκαν για COVID-19, με 4 από αυτές τελικά να καταλήγουν.

Το ποσοστό αυτό ήταν παρόμοιο με το ποσοστό των ασθενών από το γενικό πληθυσμό της Νέας Υόρκης που μολύνθηκαν από COVID-19 και χρειάστηκε να νοσηλευτούν (25%).

Η Dr Ruth Fernandez-Ruiz, μία εκ των συγγραφέων της έρευνας, είχε ανησυχίες ότι η θεραπεία που λάμβαναν οι ασθενείς, μαζί με τις βλάβες που προκαλεί ο ιός, πιθανώς θα επιδείνωνε την πρόγνωση των ασθενών.

«Οι ασθενείς με ΣΕΛ ή φλεγμονώδη αρθρίτιδα έχουν τις ίδιες πιθανότητες να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση από COVID-19 σε σχέση με τους ασθενείς που δεν πάσχουν από τα παραπάνω νοσήματα», τόνισε.

Τι Ισχύει για τα Στεροειδή

Οι ασθενείς με αρθρίτιδα που έπαιρναν βιολογικούς παράγοντες όπως η ανταλιμουμάμπη και η ετανερσέπτη δεν είχαν υψηλότερο ή χαμηλότερο κίνδυνο νοσηλείας.

Το ίδιο διαπιστώθηκε και για αυτούς που έπαιρναν υδροξυχλωροκίνη, ένα άλλο φάρμακο που χορηγείται συχνά στις αυτοάνοσες νόσους.

Η υδροξυχλωροκίνη έχει εξεταστεί στο παρελθόν ως θεραπεία για τον COVID-19, επομένως το γεγονός ότι δεν αυξάνει ή μειώνει τον κίνδυνο νοσηλείας από τη νόσο ουσιαστικά αποτελεί ένα ακόμα λιθαράκι που δείχνει ότι δεν έχει χρησιμότητα στην αντιμετώπιση του ιού.

Μία παρατήρηση που προκάλεσε ανησυχία ήταν ότι οι ασθενείς με αρθρίτιδα που έπαιρναν γλυκοκορτικοειδή, μία κατηγορία στεροειδών, ακόμα και σε χαμηλές δόσεις, είχαν πάνω από 10 φορές αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας σε σχέση με αυτούς που δεν έπαιρναν τα παραπάνω φάρμακα.

Τα στεροειδή έχουν πιο γενικευμένη ανοσοκατασταλτική δράση, ενώ οι βιολογικοί παράγοντες είναι πιο εκλεκτικοί, καθώς στοχεύουν συγκεκριμένες πρωτεΐνες που συνδέονται με τη φλεγμονή.

Δυστυχώς, δεν είναι δυνατό σε όλους τους ασθενείς τα στεροειδή να αντικατασταθούν από άλλα φάρμακα.

Καταλήγοντας, οι ερευνητές προειδοποίησαν ότι καθώς η έρευνά τους είχε μικρό μέγεθος, τα αποτελέσματά της θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μελλοντικές μεγαλύτερες μελέτες.