Καθώς οι έρευνες που δείχνουν ότι οι ασθενείς με παχυσαρκία που μολύνονται με τον ιό SARS-CoV-2 έχουν αυξημένο  κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση, δημιουργούνται αρκετά ερωτήματα σε αναφορικά με τις προσεγγίσεις που μπορούν να ακολουθήσουν γιατροί και ασθενείς προκειμένου να περιορίσουν τον παραπάνω κίνδυνο. Το ερώτημα αυτό αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα θέματα στο φετινό συνέδριο ObesityWeek, το οποίο διεξήχθη φέτος διαδικτυακά εξ’ αιτίας της πανδημίας του COVID-19.

Η Pichamol Jirapinyo, MD, MPH, αναπληρώτρια διευθύντρια βαριατρικής ενδοσκόπησης στο Brigham and Women’s Hospital της Βοστόνης, παρουσίασε μία έρευνα που εξέτασε παχύσαρκους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στα νοσοκομεία του New England για COVID-19. Όπως επιβεβαίωσε η παραπάνω έρευνα, οι παχύσαρκοι αποτελούν ευπαθή ομάδα για τη νόσο, αντίστοιχα με τους ηλικιωμένους και τους ανοσοκατεσταλμένους.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις ουσιαστικά δείχνουν στους γιατρούς ότι θα πρέπει να επαγρυπνούν σχετικά με τις αρνητικές επιδράσεις της παχυσαρκίας και να παραπέμπουν τους παχύσαρκους ασθενείς για θεραπεία ταχύτερα.

Ένας ακροατής της παρουσίασης ρώτησε αν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι οι ασθενείς με ΔΜΣ (δείκτη μάζας σώματος) πάνω από 35 που κατάφεραν να χάσουν βάρος είχαν μειωμένο κίνδυνο να νοσηλευτούν, να εισαχθούν στη ΜΕΘ ή να καταλήξουν μετά από μία λοίμωξη με τον SARS-CoV-2.

Η Jarapinyo υποστήριξε ότι προς το παρόν δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν κάτι τέτοιο, ωστόσο δυό ασθενείς της που μείωσαν το ΔΜΣ από 38 σε 30 παρουσίασαν ήπια συμπτώματα όταν μολύνθηκαν με τον ιό αργότερα.

Ο David A. Kass, MD, διευθυντής του Institute of CardioScience στο Johns Hopkins University School of Medicine, υποστήριξε ωστόσο, ότι η βιολογία του COVID-19 είναι σύνθετη στους ασθενείς με παχυσαρκία, καθώς οι τελευταίοι έχουν περιορισμένη λειτουργικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος καθώς και άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την αναπνοή.

Όπως τόνισε ο ίδιος, προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν η απώλεια βάρους μπορεί να επηρεάσει τους 2 παραπάνω παράγοντες, ωστόσο αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβαίνει.

Παχυσαρκία και Αλλαγές στην Ανοσία και τη Φλεγμονώδη Σηματοδότηση

Σήμερα υπάρχουν πλέον περισσότερες από 600 έρευνες που έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία (ιδιαίτερα η σοβαρή παχυσαρκία με ΔΜΣ > 35) αποτελεί ισχυρό και ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για τη σοβαρότερη νόσηση από COVID-19.

Πριν την πανδημία, οι περισσότεροι άνθρωποι πίστευαν ότι η παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό πρόβλημα μόνο αν συνοδεύεται από τα σχετιζόμενα με αυτή νοσήματα, δηλαδή την υπέρταση, το διαβήτη, την καρδιαγγειακή νόσο, την αθηροσκλήρωση, την αποφρακτική υπνική άπνοια, κλπ.

Ωστόσο, η παχυσαρκία μπορεί να επηρεάσει μία σειρά συστήματα του οργανισμού, καθώς προκαλεί αλλαγές στο μεταβολισμό, τη φλεγμονώδη σηματοδότηση, καθώς και την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να αντιμετωπίζει εξωτερικές απειλές. Μάλιστα, ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία επηρεάζει και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Ο COVID-19 ανέδειξε όλα τα παραπάνω προβλήματα που προκαλεί η παχυσαρκία.

Τα Τελευταία Δεδομένα για την Παχυσαρκία, το Διαβήτη και τη Σύνδεσή τους με τη Σοβαρότητα της Νόσησης από COVID-19

Η έρευνα που παρουσίασε η Jirapinyo και οι συνεργάτες της εξέτασε 1680 ασθενείς με COVID-19 σε 6 νοσοκομεία το Μάρτιο του 2020. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 51 και είχαν μέσο ΔΜΣ 29.4. Το 39% των ασθενών ήταν παχύσαρκοι. Οι ασθενείς που χρειάστηκε να νοσηλευτούν είχαν αυξημένη πιθανότητα να είναι παχύσαρκοι (46% έναντι 35%).

Η παχυσαρκία αναδείχθηκε ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για τη νοσηλεία (70% αυξημένος κίνδυνος), την εισαγωγή στη ΜΕΘ (80% αυξημένος κίνδυνος) και τη διασωλήνωση (80% αυξημένος κίνδυνος) μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, ο καρκίνος και οι καρδιαγγειακές, πνευμονικές, ηπατικές και νεφρικές νόσοι.

Συγκριτικά με τους ασθενείς που είχαν φυσιολογικό βάρος, η σοβαρή παχυσαρκία συνδέθηκε επίσης με σχεδόν τριπλάσιο κίνδυνο εισαγωγής στη ΜΕΘ και διασωλήνωσης μετά την προσαρμογή για μείζονες συννοσηρότητες.

Η Πανδημία Αναδεικνύει τη Σημαντικότητα της Πρόληψης και Θεραπείας της Παχυσαρκίας

Τα τελευταία δεδομένα ερευνών επιβεβαιώνουν ότι η παχυσαρκία αποτελεί τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19.

Δείχνουν επίσης ότι αν κάποιος θέλει να περιορίσει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19, θα πρέπει πιθανώς να προσέχει το σωματικό του βάρος και να κάνει αλλαγές που θα τον βοηθήσουν να το διατηρήσει εντός φυσιολογικών ορίων μακροπρόθεσμα.

Ωστόσο σήμερα, εξ’ αιτίας των lockdown οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αυξήσει το σωματικό τους βάρος. Αρκετοί ειδικοί έχουν υποστηρίξει ότι στην παρούσα περίοδο θα πρέπει να ληφθούν δραστικά μέτρα για την πρόληψη και αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

Εδώ και αρκετά χρόνια γνωρίζουμε τη σύνδεση ανάμεσα στην παχυσαρκία και αρκετά χρόνια καρδιομεταβολικά νοσήματα. Ωστόσο, η παρούσα πανδημία μάς έχει δείξει ότι η παχυσαρκία μπορεί να επηρεάσει και την πορεία οξέων νόσων, όπως ο COVID-19.

Κατά συνέπεια, υπάρχει ένας ακόμα λόγος για τις χώρες να εντατικοποιήσουν τα προγράμματα για τον περιορισμό της παχυσαρκίας.

Βαριατρικό Χειρουργείο και COVID-19

Σύμφωνα με τον Matthew M. Hutter, MD, MPH, πρόεδρο του American Society for Metabolic and Bariatric Surgery, «έρευνες όπως οι παραπάνω για τον COVID-19 αποδεικνύουν πλέον ότι η παχυσαρκία δεν αποτελεί επιλογή τρόπου ζωής ή πρόβλημα της εξωτερικής εμφάνισης, αλλά σοβαρή νόσο που θα πρέπει να θεραπεύεται.

«Το βαριατρικό χειρουργείο αποτελεί μία πολύ ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο για τους ασθενείς με ΔΜΣ άνω του 40 ή 35 που πάσχουν επίσης από διαβήτη, υπέρταση, υπνική άπνοια, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, οσφυαλγία ή άλλα νοσήματα που σχετίζονται με την παχυσαρκία», πρόσθεσε.

Προσφάτως, αρκετά μεταβολικά και βαριατρικά κέντρα έχουν διαπιστώσει αύξηση στον αριθμό των ασθενών που επιλέγουν τη χειρουργική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, γεγονός που δείχνει ότι αρκετοί ασθενείς καταλαβαίνουν τη σοβαρότητα της νόσου.

«Αυτή τη στιγμή, λιγότερο από το 1% των ασθενών που χρειάζονται βαριατρικό χειρουργείο κάνουν την παραπάνω επέμβαση και πιστεύω ότι η επιλογή αυτή θα πρέπει να παρουσιαστεί σε περισσότερους ασθενείς», κατέληξε ο επιστήμονας.

Βιβλιογραφία: Medscape