Η πανδημία του SARS-CoV-2 έχει εξελιχθεί σε μεγάλη πρόκληση για την φροντίδα παιδιών και εφήβων παγκοσμίως. Αντίθετα με τις υπόλοιπες ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού, τα παιδιά και οι έφηβοι παρουσιάζουν πολύ χαμηλότερα ποσοστά σοβαρής νόσησης από τον COVID-19 συγκριτικά με τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες. Το κλείσιμο των σχολείων που έγινε στην αρχή της πανδημίας είχε ως στόχο την πρόληψη εξάπλωσης της πανδημίας και είχε βασιστεί στην αντίληψη ότι τα παιδιά αποτελούν σημαντικό κομμάτι για τη μετάδοση του ιού στην κοινότητα. Ωστόσο, τελευταία δεδομένα έδειξαν ότι αυτό δεν είναι αληθές για τον COVID-19. Ένα μικρό ποσοστό των παιδιών που μολύνονται με τον ιό SARS-CoV-2 μπορεί τελικά να παρουσιάσει ένα μεταλοιμώδες φλεγμονώδες σύνδρομο, η πρόγνωση και παθολογία του οποίου δεν έχει γίνει ακόμα πλήρως κατανοητή.

Δεδομένα ερευνών που εξέτασαν την ιχνηλάτηση περιστατικών έδειξαν ότι τα παιδιά και οι έφηβοι κινδυνεύουν λιγότερο από μία λοίμωξη με τον SARS-CoV-2 συγκριτικά με τους ενήλικες, ωστόσο η εξέταση δειγμάτων από την κοινότητα και οι ορολογικές μελέτες που έγιναν σε περιοχές με περιορισμένη εξάπλωση της επιδημίας έδειξαν ότι τα ποσοστά των μολύνσεων είναι παρόμοια με αυτά που παρατηρούνται στις μεγαλύτερες ηλικίες. Μόλις το 50% των παιδιών και εφήβων με αντισώματα για τον SARS-CoV-2 παρουσίασαν συμπτώματα, ενώ γνωρίζουμε σήμερα ότι το εύρος της συμπτωματολογίας του ιού είναι αρκετά μεγάλο. Κατά συνέπεια, είναι λάθος να προσπαθούμε να εκτιμήσουμε τα ποσοστά των λοιμώξεων στα παιδιά και τους εφήβους βασιζόμενοι αποκλειστικά στον αριθμό των παιδιών με συμπτώματα από το αναπνευστικό. Οι νοσηλείες παιδιών για σοβαρή νόσηση από COVID-19 είναι σχετικά σπάνιες, ωστόσο στα παιδιά που νοσηλεύονται τα αναπνευστικά συμπτώματα είναι περισσότερα σε σχέση με τα παιδιά που νοσούν και δεν χρειάζονται νοσηλεία.

Η αιτιολογία για τα χαμηλότερα ποσοστά συμπτωματικών λοιμώξεων στα παιδιά είναι ακόμα ασαφής. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι η έκφραση του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης 2 (ACE2) στους ανώτερους αεραγωγούς (η πύλη εισόδου του ιού στα κύτταρα) αυξάνεται με την ηλικία και η αυξημένη έκφραση των παραπάνω υποδοχέων έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης, όχι όμως με υψηλότερο ιικό φορτίο. Μία άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι στα παιδιά, η παθολογική ανοσιακή απόκριση εμφανίζεται σπανιότερα σε σχέση με τους ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας, επομένως πιθανώς αυτό μπορεί να εξηγήσει τα χαμηλότερα ποσοστά σοβαρής νόσησης.

Η εξερεύνηση της ανοσιακής απόκρισης στα παιδιά είναι ιδιαίτερα σημαντική, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα του σοβαρού, πολυσυστηματικού φλεγμονώδους συνδρόμου το οποίο εμφανίστηκε σε περισσότερα από 1000 παιδιά και εφήβους παγκοσμίως κατά το 1ο κύμα του COVID-19. Το σύνδρομο αυτό, γνωστό ως MIS-C, χαρακτηρίζεται από πυρετό που επιμένει και συνοδεύεται από γαστρεντερικά συμπτώματα, εξάνθημα και φλεγμονή του επιπεφυκότα. Οι εργαστηριακοί δείκτες φλεγμονής είναι ιδιαίτερα υψηλοί, ενώ εμφανίζεται επίσης δυνητικά απειλητική για τη ζωή μυοκαρδίτιδα. Τα παιδιά που παρουσιάζουν το παραπάνω σύνδρομο έχουν συνήθως αντισώματα για τον SARS-CoV-2 και ιστορικό λοίμωξης πριν 4-6 εβδομάδες. Οι βλάβες στην καρδιά είχαν κάνει τους επιστήμονες να πιστεύουν αρχικά ότι το σύνδρομο αποτελεί μία μορφή της νόσου Kawasaki, ωστόσο αργότερα διαπιστώθηκαν υψηλά επίπεδα φερριτίνης, D-dimer και τροπονίνης, δείκτες οι οποίοι σπάνια είναι παθολογικοί στην τελευταία νόσο. Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της MIS-C είναι η μυοκαρδίτιδα και η καταπληξία, οι οποίες εμφανίστηκαν στο 50% περίπου των περιστατικών της νόσου στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία.

Στη Μεγάλη Βρετανία, το σύνδρομο έχει αρχίσει να εξερευνάται περισσότερο και αρκετά παιδιά συμμετέχουν ήδη στη μελέτη RECOVERY με σκοπό να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα των κορτικοστεροειδών και των ενδοφλεβίων ανοσοσφαιρινών στην αντιμετώπιση του οξέος MIS-C. Ευτυχώς, η θνησιμότητα του συνδρόμου είναι χαμηλή (10 από τα 570 παιδιά κατέληξαν στις ΗΠΑ και κανένα από τα 52 παιδιά στη Μεγάλη Βρετανία). Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις του συνδρόμου είναι άγνωστες, επομένως όλα τα παιδιά που νόσησαν θα πρέπει να παρακολουθούν την καρδιακή τους υγεία με τακτικές επισκέψεις στον γιατρό. Σήμερα, η εμφάνιση του συνδρόμου έχει αποδοθεί σε παθολογική απόκριση της επίκτητης ανοσίας, καθώς έχουν ανιχνευθεί αυξημένα επίπεδα αντισωμάτων για λοιμώξεις του ανωτέρου αναπνευστικού εκτός του COVID-19 στα παιδιά που παρουσιάζουν σοβαρό MIS-C, κάτι που ωστόσο δεν παρατηρείται στα παιδιά με ήπιο MIS-C ή οξύ COVID-19.

Η κατανόηση της παραπάνω απόκρισης είναι ιδιαίτερα σημαντική προκειμένου να εκτιμήσουμε τα οφέλη και τους κινδύνους από το μαζικό εμβολιασμό των παιδιών για τον COVID-19, όταν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο. Από το σύνολο των εμβολίων που εξετάζονται σε κλινικές δοκιμές, κανένα δεν έχει εξεταστεί στα παιδιά καθώς έχει δοθεί προτεραιότητα στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες. Το εμβόλιο που έχει ελεγχθεί περισσότερο ως προς την αποτελεσματικότητά του είναι το ChAdOX1-nCOV-19, το οποίο βρίσκεται σε κλινικές δοκιμές φάσης 2 και 3. Οι παραπάνω δοκιμές περιλαμβάνουν και παιδιά ηλικίας 5-12 ετών, τα οποία θα λάβουν μισή δόση σε σχέση με αυτή που χορηγείται στους ενήλικες. Προς το παρόν, το παραπάνω εμβόλιο δεν έχει χορηγηθεί ακόμα στα παιδιά και θα αρχίσει να εξετάζεται όταν επιβεβαιωθεί η ασφάλειά του στους ενήλικες. Καθώς τα ποσοστά των παιδιών που νοσούν σοβαρά είναι ιδιαίτερα χαμηλά, πιθανώς τα παιδιά δεν θα είναι μία από τις πρώτες ομάδες που θα εμβολιαστούν, εκτός αν αποδειχθεί ότι (α) παίζουν σημαντικό ρόλο στη μετάδοση του ιού ή (β) το εμβόλιο μπορεί να μειώσει το ιικό φορτίο.

Ποιο ποσοστό της μετάδοσης του ιού αποδίδεται, επομένως, στα παιδιά; Πρόσφατες αναφορές έχουν δείξει ότι τα παιδιά που νοσούν από COVID-19 έχουν συγκεντρώσει ιικού RNA στις ρινικές κοιλότητες αντίστοιχες (ή υψηλότερες) σε σχέση με αυτές που παρατηρούνται στους ενήλικες. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει ανησυχία καθώς ουσιαστικά δείχνει ότι τα παιδιά ίσως έχουν υποτιμηθεί ως παράγοντας εξάπλωσης της νόσου.

Μεγάλη ανησυχία έχει προκαλέσει επίσης η πιθανότητα μετάδοσης του ιού από ασυμπτωματικά παιδιά, ιδιαίτερα μετά το άνοιγμα των σχολείων, τα οποία αποτελούν «γέφυρα» ανάμεσα στα σπίτια. Είναι σημαντικό να εξετάσουμε σε ποιο βαθμό διευκολύνεται η μετάδοση του ιού από τα σχολεία, καθώς από την αρχή της πανδημίας η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχουν δεχτεί ένα σημαντικό χτύπημα. Καθώς το κλείσιμο των σχολείων έγινε ταυτόχρονα με τα υπόλοιπα μέτρα του lockdown, δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί ποια ήταν η αποτελεσματικότητα του κάθε μέτρου ξεχωριστά. Ωστόσο, το θετικό είναι ότι αρκετές έρευνες που εξέτασαν τη μετάδοση του ιού από παιδιά στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση παρατήρησαν πολύ χαμηλά ποσοστά μετάδοσης στα σχολεία. Επιπλέον, μετά το άνοιγμα των σχολείων στη Μεγάλη Βρετανία, μόλις 1 από τα 23.358 δείγματα που εξετάστηκαν από μαθητές ήταν θετικό για τον ιό, γεγονός που δείχνει ότι τα ποσοστά των λοιμώξεων στα σχολεία είναι περίπου 3.9 ανά 100.000 μαθητές. Επιπλέον, παρά το άνοιγμα των σχολείων σε αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες τον Απρίλιο και το Μάιο, τα περιστατικά των λοιμώξεων συνέχισαν να μειώνονται.

Ωστόσο, τελευταία περιστατικά μικρών επιδημιών του COVID-19 που σχετίζονται με παιδιά και εφήβους έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει περιθώριο χαλάρωσης. Το Μάιο, ένα γυμνάσιο στο Ισραήλ έκλεισε αμέσως όταν διαπιστώθηκαν δύο μολύνσεις σε μαθητές. Όταν εξετάστηκαν όλοι οι μαθητές και οι καθηγητές του σχολείου, διαπιστώθηκαν 153 ακόμα λοιμώξεις σε μαθητές (13.2%) και 25 λοιμώξεις σε καθηγητές (16.6%), ενώ υπήρχαν και 87 μολύνσεις στις οικογένειες των μαθητών. Αν και δεν έγιναν μελέτες για να επιβεβαιωθεί η μετάδοση του ιού στο σχολικό περιβάλλον, είχε γίνει εκτεταμένη χρήση air-condition στις τάξεις, αρκετοί μαθητές δεν φορούσαν μάσκα, υπήρχε μεγάλος συνωστισμός στις τάξεις (πάνω από 35 μαθητές) και στα διαλείμματα οι τάξεις δεν ήταν χωριστά.

Καθώς τα περισσότερα σχολεία στο Βόρειο Ημισφαίριο ανοίγουν και πάλι μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, στα περισσότερα σχολεία εφαρμόζονται μέτρα όπως υποχρεωτική χρήση μάσκας, διαχωρισμός των παιδιών στα διαλείμματα και τακτικοί έλεγχοι των μαθητών και των δασκάλων. Τους επόμενους μήνες θα έχουμε αρκετά δεδομένα προκειμένου να διαπιστώσουμε ποια μέτρα είναι περισσότερο αποτελεσματικά για τον περιορισμό της μετάδοσης του ιού, με σκοπό να επιτευχθεί μία ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα της εκπαίδευσης και την προστασία της κοινότητας από την εξάπλωση του ιού. Ωστόσο, σύμφωνα με τις παρούσες εκτιμήσεις είναι αδύνατο να διασφαλίσουμε ότι κανένα παιδί με COVID-19 δεν θα πάει στο σχολείο, ούτε να αποτρέψουμε όλες τις επιδημίες.

Το κλείσιμο των σχολείων καθώς και ο περιορισμός της λειτουργίας άλλων δομών που διασφαλίζουν την ψυχική υγεία των παιδιών έχουν αναδείξει ένα έμμεσο, αλλά εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα, για τα παιδιά και τους εφήβους που έχει εμφανιστεί μετά την εφαρμογή των μέτρων για τον COVID-19. Παράλληλα, λόγω της δυσλειτουργίας του συστήματος υγείας εξ’ αιτίας της πανδημίας αρκετά παιδιά έχουν χάσει δόσεις από τα προγραμματισμένα εμβόλια που θα έκαναν, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος επανεμφάνισης λοιμώξεων που είχαν σχεδόν εξαλειφθεί.

Υπάρχουν επίσης αρκετοί άλλοι έμμεσοι κίνδυνοι για τα παιδιά, όπως για παράδειγμα οι τραυματισμοί στο σπίτι (ακούσιοι ή εκούσιοι) καθώς τα παιδιά έχουν πλέον μειωμένη πρόσβαση σε κοινωνικούς λειτουργούς. Στην Ιταλία, οι νοσηλείες για ατυχήματα στο σπίτι αυξήθηκαν κατακόρυφα κατά τη διάρκεια του lockdown και ουσιαστικά ήταν σημαντικότερος κίνδυνος για τα παιδιά σε σχέση με τον COVID-19. Συγκεκριμένα, οι θάνατοι παιδιών από άλλα αίτια ήταν εξίσου υψηλοί με τους θανάτους από COVID-19 σε αυτή τη διάρκεια. Αρκετά δεδομένα δείχνουν επίσης ότι η ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων δέχτηκε ένα σημαντικό πλήγμα κατά τη διάρκεια των lockdown. Για παράδειγμα, δεδομένα από την Αγγλία έδειξαν ότι οι αυτοκτονίες εφήβων παρουσίασαν ραγδαία αύξηση σε αυτό το διάστημα.

Ο ρόλος των παιδιών στη μετάδοση του SARS-CoV-2 παραμένει ασαφής. Ωστόσο, τα διαθέσιμα δεδομένα σήμερα δείχνουν ότι τα σχολεία δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση του ιού, εφόσον εφαρμόζονται τα κατάλληλα μέτρα, αντίθετα με τους υπόλοιπους ιούς του αναπνευστικού συστήματος. Καθώς το χειμώνα θα εμφανιστούν νέα κύματα του COVID-19, είναι αναπόφευκτο ότι θα υπάρχουν πιέσεις για το κλείσιμο των σχολείων. Τα δεδομένα σχετικά με τους κινδύνους για την εξάπλωση του ιού στα σχολεία είναι πολύ περιορισμένα, επομένως το μέτρο αυτό θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη επιλογή και μόνο αν αποδειχθεί ότι θα προσφέρει οφέλη στον περιορισμό της πανδημίας.

Βιβλιογραφία: Science