Ένα ερώτημα που δεν έχουμε καταφέρει να απαντήσουμε από την αρχή της πανδημίας του SARS-CoV-2 είναι γιατί ορισμένοι ασθενείς που μολύνονται με τον ιό νοσούν σοβαρά από αυτόν, ενώ άλλοι παραμένουν ασυμπτωματικοί.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι η παχυσαρκία και το ιστορικό χρονίων νοσημάτων, όπως ο διαβήτης και η υπέρταση, αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19. Ωστόσο, αυτοί σίγουρα δεν είναι οι 2 μοναδικοί παράγοντες κινδύνου, καθώς έχουν αναφερθεί αρκετά περιστατικά ασθενών που δεν είχαν καμία από τις παραπάνω νόσους, αλλά νόσησαν σοβαρά από τον ιό.

Στις αρχές του 2020, διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς με σοβαρό COVID-19 είχαν ασυνήθιστα επίπεδα ορισμένων ανοσιακών κυττάρων στο αίμα τους. Στα κύτταρα αυτά περιλαμβάνονται τόσο τα ανοσιακά κύτταρα που εμφανίζονται αμέσως μετά τη λοίμωξη, όπως τα φυσικά κύτταρα φονείς, καθώς και κύτταρα που αναπτύσσονται αργότερα και στοχεύουν ειδικά τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί με τον ιό, όπως για παράδειγμα τα Τ λεμφοκύτταρα. Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης αλλαγές στα επίπεδα των κυτταροκινών, δηλαδή πρωτεϊνών που ρυθμίζουν την ανοσιακή απόκριση.

Η «απορρύθμιση» αυτή του ανοσοποιητικού συστήματος, μπορεί να προκαλέσει βλάβες στους πνεύμονες, καθώς και σε άλλα όργανα, όπως η καρδιά, το ήπαρ και ο εγκέφαλος.

Στη σοβαρή COVID-19, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί που ρυθμίζουν τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος, φαίνεται ότι δεν λειτουργούν σωστά. Επιπλέον, οι περισσότερες βλάβες που προκαλούνται στα οργανικά συστήματα αποδίδονται όχι στον ίδιο τον ιό, αλλά στην απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος σε αυτόν. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γνωρίζουμε ποιοι είναι οι ασθενείς που μπορεί να παρουσιάσουν την παραπάνω ανοσιακή απόκριση, πριν εμφανιστούν συμπτώματα.

Διαφορετική Απόκριση

Η νέα έρευνα, η οποία έχει αναρτηθεί προς το παρόν ως προδημοσίευση στην ιστοσελίδα medRxiv, δίνει ορισμένες απαντήσεις. Οι επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Cambridge, διαπίστωσαν ότι ορισμένες μεταβολές στην ανοσιακή απόκριση που παρατηρούνται στα πρώιμα στάδια της λοίμωξης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να προβλέψουν ποιοι ασθενείς θα παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση.

Στην έρευνα εξετάστηκαν συνολικά 605 δείγματα αίματος από 207 ασθενείς με COVID-19 και 45 υγιείς εθελοντές. Οι επιστήμονες παρατήρησαν την πορεία της ανοσιακής απόκρισης σε ένα διάστημα 90 ημερών. Στο τέλος της έρευνας, η ανοσιακή απόκριση των ασθενών που παρουσίασαν σοβαρή νόσηση, συγκρίθηκε με αυτή των ασυμπτωματικών φορέων, αλλά και των ασθενών που νόσησαν ήπια.

Όπως διαπιστώθηκε, στα πρώιμα στάδια της λοίμωξης, το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών που νόσησαν σοβαρά, παρήγαγε υψηλότερα επίπεδα φλεγμονωδών κυτταροκινών, όπως ο TNF-α, συγκριτικά με αυτό των ασθενών που παρουσίασαν ήπια νόσηση. Οι ασθενείς που νόσησαν σοβαρά χαμηλότερα επίπεδα ανοσιακών κυττάρων ειδικών για τον ιό, όπως τα Τ και τα Β λεμφοκύτταρα. Με άλλα λόγια, στα πρώιμα στάδια της λοίμωξης, οι ασθενείς που νοσούν σοβαρά έχουν χαμηλότερα επίπεδα ανοσιακών κυττάρων ειδικών για τον ιό και υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής.

Στο αίμα των ασθενών που νόσησαν σοβαρότερα, οι επιστήμονες παρατήρησαν αλλαγές στην ανοσιακή απόκριση σχεδόν ταυτόχρονα με την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Εξετάστηκαν συνολικά 30 διαφορετικοί τύποι ανοσιακών κυττάρων και διαπιστώθηκε ότι οι 13 είχαν εμφανείς μεταβολές στη λειτουργία τους.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι οι ασθενείς που παρουσίασαν τα σοβαρότερα συμπτώματα είχαν υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής κατά την αρχική εμφάνιση των συμπτωμάτων. Τα επίπεδα αυτά διατηρήθηκαν  υψηλά σε αυτούς τους ασθενείς μέχρι και 60 ημέρες αργότερα.

Αντιθέτως, οι ασθενείς με ήπια ή ασυμπτωματική λοίμωξη παρουσίασαν εγκαίρως ισχυρή απόκριση από την επίκτητη ανοσία. Η επίκτητη ανοσία περιλαμβάνει την αναγνώριση ενός παθογόνου και την παραγωγή Τ και Β λεμφοκυττάρων ειδικών γι’ αυτό.

Οι ασθενείς που νόσησαν ήπια παρήγαγαν υψηλότερα επίπεδα των παραπάνω κυττάρων κατά την 1η εβδομάδα της λοίμωξης, συγκριτικά με τους ασθενείς που παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα. Μετά την αποδρομή της λοίμωξης, ο αριθμός των ειδικών ανοσιακών κυττάρων για τον ιό επανήλθε γρήγορα σε φυσιολογικά επίπεδα. Οι ασθενείς δεν είχαν επίσης κάποια ένδειξη συστηματικής φλεγμονής που μπορεί να οδηγήσει σε οργανικές βλάβες.

Οι ασθενείς που νοσούν σοβαρά είχαν πιο αργή ανοσιακή απόκριση στον ιό. Κατά συνέπεια, τα επίπεδα των ανοσιακών κυττάρων μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως προγνωστικός δείκτης για τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19.

Πρώιμος Προγνωστικός Δείκτης

Τα παραπάνω ευρήματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αντιμετώπιση των ασθενών με παράγοντες κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19. Αν γνωρίζουμε από νωρίς ποιοι ασθενείς θα νοσήσουν σοβαρά, πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων, θα είναι δυνατό να χορηγήσουμε φάρμακα για τον περιορισμό των παθολογικών μεταβολών του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι παραπάνω πληροφορίες μας βοηθούν επίσης να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς εμφάνισης του long COVID.