Μία ομάδα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Cornell αναπτύσσει σήμερα μία «υγρή βιοψία» η οποία μπορεί να ανιχνεύσει και να ποσοτικοποιήσει τις βλάβες που προκαλεί η COVID-19 στα εσωτερικά όργανα. Η εξέταση ουσιαστικά εντοπίζει τις επιγενετικές αλλαγές στο cfDNA (cell-free DNA) που βρίσκεται στην κυκλοφορία του αίματος. Το cfDNA προέρχεται από κύτταρα που έχουν καταστραφεί από παθογόνα ή από τη δράση κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι τροποποιήσεις στο παραπάνω DNA είναι ειδικές για κάθε κύτταρο, ιστό ή είδος οργάνου, κάτι που ουσιαστικά μάς δείχνει την προέλευση της βλάβης.

Στη μελέτη τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Med, οι ερευνητές ανέλυσαν το cfDNA από 104 δείγματα πλάσματος που είχαν ληφθεί από 33 ασθενείς με COVID-19 σε 2 νοσοκομεία της Βόρειας Αμερικής. Ακολούθως έλαβαν αντίστοιχα δείγματα cfDNA από ασθενείς που έπασχαν από άλλες λοιμώξεις, καθώς και υγιείς εθελοντές που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα ανάμεσα στις 3 ομάδες, οι επιστήμονες κατέληξαν σε ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Στην ομάδα των ασθενών με COVID-19, το cfDNA που προερχόταν από το ήπαρ, τους πνεύμονες, τους νεφρούς και τους ερυθροβλάστες (προγονικά κύτταρα των ερυθρών αιμοσφαιρίων) ήταν σημαντικά αυξημένο. Επιπλέον, τα συνολικά επίπεδα του cfDNA στο πλάσμα των ασθενών με COVID-19 ήταν αντίστοιχα της σοβαρότητας της νόσου των ασθενών, σύμφωνα με το σκορ κλινικής εξέλιξης της νόσου που έχει ορίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Οι ασθενείς με σκορ 7 ή μεγαλύτερο, το οποίο αντιστοιχεί σε ανάγκη διασωλήνωσης ή εισαγωγής στη ΜΕΘ, συνδέθηκε με τη μεγαλύτερη αύξηση του cfDNA.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, η εξέταση του cfDNA είναι εξαιρετικά απλή και μπορεί να έχει διάφορες χρήσεις. Αρχικά, μπορεί να βοηθήσει στην ανίχνευση των βλαβών που έχει προκαλέσει ο ιός σε διάφορα όργανα. Ωστόσο, όπως δήλωσε ο Iwijn De Vlaminck, PhD, επικεφαλής της έρευνας, η εξέταση μπορεί να έχει και προγνωστική ισχύ για τους ασθενείς που θα νοσήσουν σοβαρά.

Η επιστημονική ομάδα εξετάζει ήδη τη χρησιμότητα της εξέτασης στην παρακολούθηση της πορείας της COVID-19, τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά που πάσχουν από το σύνδρομο MIS-C.