Στην παγκόσμια προσπάθεια που γίνεται για την αντιμετώπιση της πανδημίας, αρκετοί επιστήμονες έχουν επικεντρωθεί στην ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να παράγει αντισώματα. Τα αντισώματα αποτελούν ένα από τα κύρια όπλα του οργανισμού στην αντιμετώπιση των ιών, καθώς μπορούν να αναγνωρίσουν συγκεκριμένες πρωτεΐνες που βρίσκονται στην επιφάνειά των τελευταίων, εκκινώντας έτσι μηχανισμούς για την εξουδετέρωσή τους.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι, στους υπόλοιπους κορονοϊούς, όταν ο οργανισμούς δημιουργήσει αντισώματα, αυτά είναι ικανά να προσφέρουν ανοσία. Οι εταιρίες που ασχολούνται με την ανάπτυξη εμβολίων για την COVID-19 ελπίζουν, επομένως, ότι τα εμβόλια που έχουν αναπτύξει θα προσφέρουν εξίσου αποτελεσματική ανοσιακή απόκριση για την COVID-19. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε σχετικά με τα εμβόλια. Ευτυχώς, η έρευνα προοδεύει πολύ γρήγορα με αποτέλεσμα να μαθαίνουμε συνεχώς νέα δεδομένα για τον ιό και την απόκριση αντισωμάτων σε αυτόν.

Μία νέα έρευνα από τη Γαλλία, η οποία προς το παρόν έχει αναρτηθεί ως προδημοσίευση στη σελίδα medrxiv, κατέληξε προσφάτως σε ένα σχετικά αναπάντεχο εύρημα. Οι επιστήμονες εξέτασαν τα επίπεδα των αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 στο αίμα γιατρών και νοσηλευτών που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό και παρουσίασαν ήπια συμπτώματα. Αναλύοντας δύο δείγματα από κάθε εθελοντή τα οποία είχαν ληφθεί με διαφορά λίγων μηνών, οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν ποια είναι η ταχύτητα με την οποία φθίνουν τα επίπεδα των αντισωμάτων, καθώς και ποιοι είναι οι παράγοντες που σχετίζονται με την παραπάνω μείωση.

Όπως διαπίστωσε η έρευνα, τα αντισώματα για την πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2, μία από τις σημαντικότερες πρωτεΐνες της επιφανείας του ιού, μειώνονται ταχύτερα στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Καθώς τα επίπεδα των παραπάνω αντισωμάτων μειώνονται, το ίδιο συμβαίνει και με την ικανότητα του οργανισμού να εξουδετερώνει τον ιό. Αν και η έρευνα εξέτασε επίσης τις επιδράσεις της ηλικίας και του δείκτη μάζας σώματος, καμία από τις παραπάνω δεν φάνηκε να επηρεάζεται την ταχύτητα μείωσης στα επίπεδα των αντισωμάτων.

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης αντισώματα για την πρωτεΐνη του νουκλεοκαψιδίου για τον SARS-CoV-2. Τα αντισώματα αυτά περιορίστηκαν επίσης σταδιακά, ωστόσο δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες, αναφορικά με την ταχύτητα μείωσης στα επίπεδά τους.

Με βάση τα παραπάνω ευρήματα μπορούμε να πούμε ότι η ανοσία στις επαναλοιμώξεις φθίνει ταχύτερα στους άνδρες, επομένως οι γυναίκες είναι προστατευμένες από τον ιό για μεγαλύτερη διάρκεια;

Όχι απαραίτητα. Εξετάζοντας πιο προσεκτικά τα δεδομένα βλέπουμε ότι, στο τέλος της έρευνας, δεν υπήρχε διαφορά στα επίπεδα των αντισωμάτων ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες. Η μεγαλύτερη ταχύτητα μείωσης των αντισωμάτων στους άνδρες παρουσιάστηκε γιατί τα αρχικά επίπεδα αντισωμάτων ήταν υψηλότερα στους άνδρες. Μετά από 6 μήνες, τα επίπεδα των αντισωμάτων στους άνδρες (παρά την ταχύτερη μείωση) δεν ήταν χαμηλότερα από αυτά των γυναικών, γεγονός που δείχνει ότι δεν ήταν λιγότερο προστατευμένοι από τον ιό.

Ωστόσο, η έρευνα εγείρει ορισμένα σημαντικά ερωτήματα. Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς με υψηλότερο ΔΜΣ και οι άνδρες, παρουσιάζουν σοβαρότερη νόσηση από COVID-19, η οποία οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων. Η έρευνα από τη Γαλλία επιβεβαίωσε ότι οι παραπάνω παράγοντες συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων αμέσως μετά την αποδρομή της λοίμωξης, γεγονός που δείχνει ότι οι ασθενείς αυτοί πράγματι παρουσίασαν σοβαρότερη νόσηση. Ωστόσο, τόσο η ηλικία, όσο και ο ΔΜΣ δεν φάνηκε να συνδέονται με μεγαλύτερη ταχύτητα μείωσης των αντισωμάτων.

Οι Διαφορές των Δύο Φύλων στην Ανοσία

Η διάρκεια παραμονής των αντισωμάτων στο αίμα είναι ένα ερώτημα που έχει απασχολήσει τους ανοσολόγους για αρκετά χρόνια. Τα αντισώματα παράγονται από τα πλασματοκύτταρα, τα οποία αναπτύσσονται από τα Β λεμφοκύτταρα. Γνωρίζουμε ότι προκειμένου η απόκριση των αντισωμάτων να έχει μεγάλη διάρκεια, είναι σημαντικό τα πλασματοκύτταρα να μπορούν να παραμείνουν στο αίμα για παρατεταμένη διάρκεια σε μία μορφή γνωστή ως LLPC (long-lived plasma cells).

Σήμερα δεν γνωρίζουμε ακόμα ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τη διάρκεια ζωής των LLPC. Αυτή επηρεάζεται πιθανώς από τα χαρακτηριστικά των ίδιων των LLPC, αλλά και από χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος στον οργανισμό. Οι τελευταίοι διαφέρουν συχνά ανάμεσα στα δύο φύλα. Γνωρίζουμε σήμερα ότι η ανοσιακή απόκριση στους άνδρες διαφέρει από αυτή των γυναικών.

Για παράδειγμα, οι γυναίκες έχουν περισσότερα Β λεμφοκύτταρα που παράγουν αντισώματα με αποτέλεσμα να παράγουν περισσότερα αντισώματα. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες εκδηλώνουν μία πιο αποτελεσματική «ελεγχόμενη» ανοσιακή απόκριση στον SARS-CoV-2, αντίθετα με τους άνδρες στους οποίους η ανοσιακή απόκριση μπορεί αρχικά να είναι αναποτελεσματική, και στη συνέχεια να γίνει υπερβολική.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα LLPC που παράγουν αντισώματα δεν είναι το μοναδικό συστατικό της ανοσιακής απόκρισης που συνδέεται με μακροπρόθεσμη ανοσία. Τα Τ λεμφοκύτταρα μνήμης, τα οποία παραμένουν για μεγάλη διάρκεια μετά την αποδρομή της λοίμωξης, έχουν την ικανότητα να εκκινούν άμεσα μία ισχυρή ανοσιακή απόκριση σε περίπτωση επαναμόλυνσης.

Νέα δεδομένα δείχνουν ότι τα κύτταρα αυτά, τα οποία μπορούν να καταστρέψουν κύτταρα που έχουν μολυνθεί με τον ιό, αλλά και να ενισχύσουν την παραγωγή αντισωμάτων, παραμένουν για τουλάχιστον 6 μήνες μετά την υποχώρηση της αρχικής λοίμωξης.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα κυκλοφορήσουν αρκετά αποτελεσματικά εμβόλια για τον SARS-CoV-2. Προς το παρόν είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε αν τα εμβόλια αυτά μπορούν να προσφέρουν μακροπρόθεσμη ανοσία. Προκειμένου να διασφαλιστεί η παραπάνω, θα πρέπει να προκαλείται απόκριση αντισωμάτων μακράς διάρκειας, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Όπως έδειξε η παρούσα μελέτη, η διάρκεια παραμονής των αντισωμάτων μπορεί να διαφέρει ανάμεσα στα δύο φύλα.