Καθώς η πανδημία του COVID-19 συνεχίζεται, οι επιστήμονες εργάζονται πυρετωδώς στην ανάπτυξη νέων θεραπειών και εμβολίων. Ένα σημαντικό κομμάτι της έρευνας έχει επικεντρωθεί στη μελέτη των αντισωμάτων που βρίσκονται στο αίμα των ασθενών που ανάρρωσαν από COVID-19.

Τα αντισώματα είναι μόρια που παράγονται από το ανοσοποιητικό σύστημα με σκοπό να αντιμετωπίσει μία λοίμωξη. Ορισμένες ερευνητικές ομάδες εξετάζουν αν τα αντισώματα για τον SARS-CoV-2 είναι δυνατό να απομονωθούν και να χορηγηθούν ως θεραπεία σε ασθενείς που νοσούν από COVID-19. Άλλοι επιστήμονες ασχολούνται με τη δομή και τη λειτουργία των αντισωμάτων αυτών με σκοπό να διευκολυνθεί η ανάπτυξη εμβολίων.

Τα σωματίδια του SARS-CoV-2 φέρουν πρωτεΐνες σχήματος καρφιού οι οποίες βρίσκονται στην εξωτερική επιφάνεια του ιού. Οι πρωτεΐνες αυτές προσκολλώνται στα ανθρώπινα κύτταρα και στη συνέχεια υφίστανται δομικές αλλαγές οι οποίες επιτρέπουν τη σύντηξη της μεμβράνης του ιού με την κυτταρική μεμβράνη. Ακολούθως, τα γονίδια του ιού εισέρχονται στο κύτταρο-ξενιστή, αντιγράφονται και παράγουν περισσότερους ιούς.

Ορισμένα βακτήρια που εξετάζονται σήμερα έχουν σχεδιαστεί με σκοπό την παραγωγή αντισωμάτων για την πρωτεΐνη spike του ιού. Η πρόσδεση των αντισωμάτων στη πρωτεΐνη πιθανώς δεν θα επιτρέπει στον ιό να μολύνει ανθρώπινα κύτταρα.

Προκειμένου να κατανοήσουν καλύτερα τι συμβαίνει με τα αντισώματα που παράγονται φυσιολογικά μετά από μία λοίμωξη με COVID-19, μία επιστημονική ομάδα με επικεφαλής τους Davide Robbiani και Michel Nussenzweig από το Rockefeller University εξέτασε 149 ασθενείς που είχαν αναρρώσει από COVID-19 και ήθελαν να δωρίσουν πλάσμα αίματος. Οι εθελοντές παρουσίασαν για πρώτη φορά συμπτώματα του ιού κατά μέσο όρο 39 ημέρες πριν τη λήψη του δείγματος.

Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το National Institute of Allergy and Infectious Diseases των ΗΠΑ και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό Nature.

Οι ερευνητές απομόνωσαν αρχικά τα αντισώματα που προσδένονται στον υποδοχέα RBD, μία σημαντική περιοχή της πρωτεΐνης spike του ιού. Στη συνέχεια εξέτασαν αν τα αντισώματα μπορούν να αδρανοποιήσουν τον SARS-CoV-2.

Οι περισσότεροι εθελοντές είχαν πολύ χαμηλά ή εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2. Μόλις το 1% των εθελοντών είχαν υψηλά επίπεδα αντισωμάτων τα οποία μπορούσαν να αδρανοποιήσουν τον ιό.

Θέλοντας να εξετάσουν το εύρος των αντισωμάτων που παράγονται, οι ερευνητές απομόνωσαν κύτταρα που παράγουν αντισώματα (τα Β κύτταρα μνήμης) από το πλάσμα 6 εθελοντών με πολύ υψηλά ή μέτρια επίπεδα αδρανοποιητικών αντισωμάτων. Ακόμα και στους ασθενείς με μέτρια δραστηριότητα των αδρανοποιητικών αντισωμάτων στο πλάσμα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν την παρουσία ισχυρών αντισωμάτων για την περιοχή RBD του SARS-CoV-2. Μάλιστα, τα αδρανοποιητικά αντισώματα από διαφορετικούς ασθενείς ήταν παρόμοια μεταξύ τους.

Περαιτέρω αναλύσεις έδειξαν ότι τα αδρανοποιητικά αντισώματα είναι δυνατό να χωριστούν σε 3 ομάδες, καθεμία από τις οποίες προσδένεται σε διαφορετική περιοχή της RBD. Συνολικά, οι παραπάνω πληροφορίες μπορούν να βοηθήσουν την ανάπτυξη εμβολίων ή αντισωμάτων ως θεραπεία για τον COVID-19.

«Γνωρίζουμε πλέον πως πρέπει να είναι ένα αποτελεσματικό αντίσωμα και έχουμε διαπιστώσει την παρουσία τους σε αρκετά άτομα», είπε ο Robbiani. «Αυτό είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για τους επιστήμονες που εργάζονται στην ανάπτυξη και παραγωγή εμβολίων. Αν οι ερευνητές διαπιστώσουν ότι το εμβόλιό τους παράγει τα παραπάνω αντισώματα, τότε θα γνωρίζουν ότι βρίσκονται σε καλό δρόμο».

Βιβλιογραφία: NIH

Φωτογραφία: NIAID