Στις 17 Μαρτίου, το American College of Cardiology (ACC), το American Heart Association (AHA) και το Heart Failure Society of America (HFSA) εξέδωσαν μία κοινή ανακοίνωση μέσω της οποίας ζητούσαν από την επιστημονική κοινότητα να δώσει απαντήσεις σε ορισμένα ερωτήματα σχετικά με τον κίνδυνο νόσησης από COVID-19.

Συγκεκριμένα, το ACC, το AHA και το HFSA τόνισαν ότι πρέπει να διερευνηθεί άμεσα αν οι ασθενείς που παίρνουν αντιϋπερτασικά φάρμακα (δηλαδή φάρμακα που μειώνουν την αρτηριακή πίεση) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης ή σοβαρής νόσησης από COVID-19.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) σχεδόν 1.13 δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως έχουν υψηλή αρτηριακή πίεση (υπέρταση), η οποία ρυθμίζεται με τα αντιϋπερτασικά φάρμακα.

Αν διαπιστωθεί ότι τα φάρμακα αυτά αυξάνουν τον κίνδυνο λοίμωξης με COVID-19 ή συνδέονται με σοβαρότερη νόσηση, τότε αυτό θα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό τόσο για τους γιατρούς όσο και τους ασθενείς.

Προσφάτως, μία επιστημονική ομάδα από το NYU Grossman School of Medicine στη Νέα Υόρκη, συνεργαζόμενη με οργανισμούς απ’όλο τον κόσμο, προσπάθησε να δώσει απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.

Η έρευνά τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο The New England Journal of Medicine, καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: Δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα κοινά αντιϋπερτασικά φάρμακα και τον κίνδυνο εμφάνισης COVID-19.

Οι επιστήμονες εστίασαν περισσότερο σε μία τάξη φαρμάκων που λέγονται αναστολείς του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης.

Μεταξύ των φαρμάκων που εξετάστηκαν ήταν οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE), οι αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης, οι β αποκλειστές, οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου και τα θειαζιδικά διουρητικά.

Καθησυχαστικά Αποτελέσματα

Η αρχική ανησυχία για τους αναστολείς του ACE αναφορικά με τον κίνδυνο COVID-19 είχε βασιστεί στο γεγονός ότι τα φάρμακα αυτά επηρεάζουν τα επίπεδα της πρωτεΐνης ACE2, η οποία έχει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η ACE2 διευκολύνει επίσης την είσοδο του SARS-CoV-2 στα κύτταρα των πνευμόνων. Το γεγονός αυτό έχει κάνει τους επιστήμονες να αναρωτηθούν αν οι ασθενείς με υπέρταση διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για τον COVID-19.

Στην παρούσα μελέτη, οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από 12.594 εθελοντές που έκαναν εξετάσεις για τον COVID-19. Από αυτούς, οι 5.894 (46.8%) είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό.

Από τους τελευταίους, οι 1.002 (17%) παρουσίασαν σοβαρή νόσηση.

Εξετάζοντας το ιστορικό των ασθενών, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι 4.357 ασθενείς είχαν επίσης υπέρταση. Από αυτούς, οι 2.573 είχαν θετικές εξετάσεις για τον COVID-19, με τους 634 να παρουσιάζουν σοβαρά συμπτώματα.

Ωστόσο, εξετάζοντας τη σύνδεση ανάμεσα στο ιστορικό χρήσης φαρμάκων και την πιθανότητα θετικών εξετάσεων για τον COVID-19, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι «δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα σε κάποιο αντιϋπερτασικό φάρμακο και την πιθανότητα θετικών εξετάσεων για τον ιό».

Επιπλέον, οι ερευνητές υποστήριξαν ότι κανένα από τα φάρμακα για την αρτηριακή πίεση που εξετάστηκαν δεν συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο για σοβαρή νόσηση από COVID-19.

«Καθώς σχεδόν το 50% του πληθυσμού των ΗΠΑ έχει υπέρταση και οι ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις κινδυνεύουν περισσότερο από τον COVID-19, είναι θέμα δημόσιας υγείας να κατανοήσουμε τη σύνδεση ανάμεσα στον COVID-19 και τα αντιϋπερτασικά φάρμακα», εξήγησε ο επικεφαλής της έρευνας Dr Harmony Reynolds.

«Οι παρατηρήσεις μας πρέπει να καθησυχάσουν την ιατρική κοινότητα και τους ασθενείς καθώς δείχνουν ότι η τακτική χρήση των παραπάνω φαρμάκων, τα οποία προστατεύουν από τα σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάματα, είναι ασφαλής», δήλωσε ο ίδιος.

Στο μέλλον, οι επιστήμονες θα εξετάσουν αν υπάρχουν άλλα φάρμακα που μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο COVID-19.

«Πριν την έρευνά μας, δεν υπήρχαν πειραματικά ή κλινικά δεδομένα για τις επιπτώσεις από τη χρήση των παραπάνω φαρμάκων στους ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για COVID-19», είπε η Dr Judith Hochman, μία επιστήμονας που έλαβε μέρος στην έρευνα.

«Το επόμενο βήμα είναι να εξετάσουμε με αντίστοιχες προσεγγίσεις και άλλα φάρμακα για να διαπιστώσουμε αν επηρεάζουν τον κίνδυνο νόσησης από COVID-19»