Ένα φάρμακο που έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της ερευνητικής κοινότητας, αλλά και των μέσων μαζικής ενημέρωσης τις τελευταίες ημέρες είναι η χλωροκίνη. Αν και το ανθελονοσιακό φάρμακο αυτό έχει θεωρηθεί από αρκετούς θεραπεία για τον COVID-19, μία νέα κλινική δοκιμή από τη Βραζιλία δείχνει ότι η αντίληψη αυτή απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

Η χλωροκίνη αναδείχθηκε αρχικά ως πιθανή θεραπεία για τον MERS το 2012, ωστόσο οι έρευνες που έγιναν εκείνη την εποχή δεν επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στην αντιμετώπιση του ιού. Με την εμφάνιση του SARS-CoV-2, ωστόσο, αρκετές έρευνες ξεκίνησαν και πάλι να εξετάζουν το φάρμακο με σκοπό να διαπιστώσουν αν μπορεί να αντιμετωπίσει τον COVID-19.

Η χλωροκίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ και η υδροξυχλωροκίνη, μία συγγενική ουσία που θεωρείται περισσότερο ασφαλής, δεν είναι στείρα ανεπιθύμητων ενεργειών. Μία από τις σημαντικότερες ανεπιθύμητες ενέργειες των παραπάνω δύο φαρμάκων είναι οι καρδιακές βλάβες.

«Ο συνδυασμός υδροξυχλωροκίνης και αζιθρομυκίνης βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο των ερευνών που εξετάζουν θεραπείες για τον COVID-19. Και τα δύο φάρμακα, ωστόσο είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα για τους ασθενείς με καρδιαγγειακές νόσους», τόνισε το American Heart Association σε μία ανακοίνωσή του.

«Τα φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν αρρυθμίες, σύνδρομο μακρού QT, πολυμορφική κοιλιακή ταχυκαρδία και αυξημένο κίνδυνο αιφνιδίου θανάτου».

Τα τελευταία δεδομένα σχετικά με τα παραπάνω φάρμακα προέρχονται από μία κλινική μελέτη στη Βραζιλία. Οι επιστήμονες που εξέτασαν την αποτελεσματικότητα των παραπάνω φαρμάκων δημοσίευσαν τα αποτελέσματα της έρευνάς τους στο επιστημονικό περιοδικό MedRxiv. Η έρευνα σταμάτησε πρόωρα (σε 6 ημέρες) καθώς ένας σημαντικός αριθμός των ασθενών που έλαβαν τα φάρμακα κατέληξε, ιδιαίτερα στην ομάδα που έπαιρνε υψηλές δόσεις του φαρμάκου.

Οι επιστήμονες εξέτασαν δυό ομάδες ασθενών με COVID-19 από ένα δημόσιο νοσοκομείο στο Manaus. Η μία ομάδα έλαβε υψηλές δόσεις του φαρμάκου (12γρ για 10 ημέρες), ενώ η άλλη έλαβε χαμηλές δόσεις (2.7γρ για 5 ημέρες). Όλοι οι εθελοντές έλαβαν επίσης τα αντιβιοτικά κεφτριαξόνη και αζιθρομυκίνη.

Η έρευνα διακόπηκε όταν κατέληξαν συνολικά 11 ασθενείς, με τους επιστήμονες να τονίζουν ότι οι ασθενείς παρουσίασαν καρδιακά προβλήματα και το ποσοστό θνησιμότητας ήταν εξαιρετικά υψηλό.

«Από την έρευνά μας καθίσταται σαφές είναι δεν πρέπει να χορηγούνται υψηλές δόσεις χλωροκίνης στην αντιμετώπιση του COVID-19, καθώς το φάρμακο προκαλεί σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Το γεγονός αυτό οδήγησε στον τερματισμό των ερευνών μας για αυτή τη δοσολογία», είπαν οι επιστήμονες.

Αναλύοντας περισσότερο τις παρατηρήσεις τους σε μία συνέντευξη που έδωσαν στο CNN, οι ερευνητές τόνισαν ότι οι θάνατοι στην ομάδα που έπαιρνε υψηλές δόσεις ήταν τελικά πολύ περισσότεροι από αυτούς που καταγράφηκαν μέχρι την 6η ημέρα. Τόνισαν επίσης ότι και η χαμηλή δόση δεν ήταν ιδιαίτερα ασφαλής.

«Η κύρια διαφορά ανάμεσα στις δύο δοσολογίες διαπιστώθηκε μέσα στις 3 πρώτες ημέρες. Δύο ασθενείς στην ομάδα που έπαιρνε υψηλή δόση χλωροκίνης παρουσίασαν κοιλιακή ταχυκαρδία πριν καταλήξουν», είπε ο William Schaffner, ένας ειδικός λοιμωξιολόγος από το Vanderbilt University, ο οποίος δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

«Είναι, επομένως, σαφές ότι στις υψηλές δόσεις υπάρχει σημαντική τοξικότητα και η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι και οι χαμηλές δόσεις δεν είναι ασφαλείς. Κάτι τέτοιο θα πρέπει φυσικά α επιβεβαιωθεί σε μελλοντικές μεγαλύτερες έρευνες».

Τα αποτελέσματα της έρευνας από τη Βραζιλία προστίθενται στις παρατηρήσεις προηγουμένων ερευνών που είχαν αναδείξει του κινδύνους της χλωροκίνης και της υδροξυχλωροκίνης. Για παράδειγμα, ένα νοσοκομείο στη Γαλλία σταμάτησε μία κλινική δοκιμή για τη υδροξυχλωροκίνη εξ’αιτίας των ανεπιθύμητων ενεργειών και των καρδιακών βλαβών που προκαλούσε το φάρμακο, ενώ αρκετές μικρές μελέτες διαπίστωσαν ότι ο συνδυασμός υδροξυχλωροκίνης και αζιθρομυκίνης δεν είναι αρκετά αποτελεσματικός στην αντιμετώπιση του COVID-19.

Η ερευνητική ομάδα από τη Βραζιλία θα συνεχίσει τις έρευνες για το φάρμακο, ωστόσο έχει σταματήσει τη χορήγηση υψηλών δόσεων χλωροκίνη και στο μέλλον θα εξετάσει μόνο χαμηλές δόσεις. Οι επιστήμονες της έρευνας κατέληξαν ότι είναι σημαντικό να γίνουν περισσότερες έρευνες για την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στην αντιμετώπιση του COVID-19, καθώς τα φάρμακα αυτά θα έχουν ίσως χρησιμότητα και στην αντιμετώπιση μίας μελλοντικής πανδημίας.