Μία νέα μελέτη κατάφερε να ξεχωρίσει τρεις διαφορετικούς φαινότυπους ασθενών με COVID-19 που προσέρχονται στα επείγοντα των νοσοκομείων. Ο κάθε φαινότυπος συνδέεται με διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου και διαφορετική πρόγνωση, γεγονός που μπορεί να καθοδηγήσει τη χορήγηση θεραπείας, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες στο επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE.

Οι Περισσότεροι Ασθενείς Ανήκουν στο «Φαινότυπο ΙΙ»

Για τη μελέτη τους, οι επιστήμονες ανέλυσαν ηλεκτρονικά αρχεία ασθενών από 14 νοσοκομεία των ΗΠΑ και 60 κέντρα υγείας στην πολιτεία της Minnesota. Οι συνολικά 7.538 ασθενείς που εξετάστηκαν σε μελέτη είχαν επιβεβαιωμένη με PCR COVID-19 λοίμωξη και διαγνώστηκαν κάποια στιγμή από τις 7 Μαρτίου μέχρι τις 25 Αυγούστου 2020.

Από τους παραπάνω ασθενείς, οι 1.022 (14%) χρειάστηκαν τελικά νοσηλεία και συμπεριελήφθησαν στις αναλύσεις των ερευνητών. Οι τελευταίοι εξέτασαν τις συνοσηρότητες των ασθενών, τα φάρμακα που έπαιρναν, τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων, τις επισκέψεις στο νοσοκομείο και τα δημογραφικά χαρακτηριστικά.

Όπως διαπίστωσαν, το 60% των ασθενών που προσήλθαν στα επείγοντα (613) είχαν «φαινότυπο ΙΙ».

Οι ασθενείς του παραπάνω φαινοτύπου είχαν σπάνια ιστορικό ηπατικών νόσων σε σχέση με αυτούς των φαινοτύπων Ι και ΙΙΙ, παρουσίαζαν συνήθως μέτρια συμπτώματα, ενώ η θνητότητα αυτής της ομάδας ήταν περίπου 10%.

Το 23% περίπου των ασθενών (236) είχε «φαινότυπο Ι», ο οποίος συνδέθηκε με τη χειρότερη πρόγνωση. Οι ασθενείς του συγκεκριμένου φαινοτύπου είχαν τις περισσότερες αιματολογικές, νεφρικές και καρδιακές συνοσηρότητες. Επιπλέον, σχεδόν ένας στους δύο ασθενείς δεν μιλούσε Αγγελικά, γεγονός που οι επιστήμονες της μελέτης θεώρησαν ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Οι ασθενείς του φαινοτύπου Ι ήταν συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας σε σχέση με τους φαινοτύπους ΙΙ και ΙΙΙ (67.2 ετών έναντι 60.9 και 58.6, αντίστοιχα), ενώ και οι δείκτες φλεγμονής ήταν υψηλότεροι σε αυτή την ομάδα.

Ο Φαινότυπος ΙΙΙ είχε την Καλύτερη Πρόγνωση

173 ασθενείς (16.9%) είχαν το «φαινότυπο ΙΙΙ», ο οποίος είχε την καλύτερη πρόγνωση.

Ένα γεγονός που προκάλεσε έκπληξη ήταν ότι οι ασθενείς αυτού του φαινοτύπου είχαν τα υψηλότερα ποσοστά αναπνευστικών συνοσηροτήτων, αλλά και τα χαμηλότερα ποσοστά επιπλοκών και θανάτου. Ο φαινότυπος αυτός συνδέθηκε επίσης με ιστορικό καπνίσματος, αλκοολισμού και ουδετεροπενίας.

Οι επιστήμονες της μελέτης στάθηκαν αρκετά στο γεγονός ότι αρκετοί ασθενείς του φαινοτύπου ΙΙΙ είχαν χρόνιες πνευμονικές παθήσεις. Οι περισσότεροι από αυτούς χρησιμοποιούσαν επίσης συσκευές εισπνοών, γεγονός που δείχνει ότι πιθανώς η θεραπεία αυτή προσφέρει κάποιου βαθμού προστασία από την COVID-19.

Ο φαινότυπος ΙΙΙ συνδέθηκε με 10% αυξημένο κίνδυνο νέας νοσηλείας συγκριτικά με τους άλλους δύο φαινοτύπους.

Συνολικά, οι φαινότυποι Ι και ΙΙ συνδέθηκαν με 7.3 φορές και 2.57 φορές αυξημένο κίνδυνο θανάτου συγκριτικά με το φαινότυπο ΙΙΙ, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγάλη ετερογένεια των ασθενών με COVID-19, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες.

Τόνισαν επίσης ότι οι παρατηρήσεις της έρευνας θα βοηθήσουν στην προσαρμογή των θεραπειών που χρησιμοποιούνται σήμερα.

Η μελέτη προσφέρει επίσης σημαντικά δεδομένα που δίνουν απαντήσεις σε αρκετά ερωτήματα σχετικά με το long COVID, όπως για παράδειγμα αν το σύνδρομο συνδέεται με τις προϋπάρχουσες παθήσεις των ασθενών πριν την COVID-19 λοίμωξη.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, γνωρίζοντας το φαινότυπο των ασθενών κατά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο, θα είναι δυνατό να προβλέψουμε σε μεγάλο βαθμό ποια συμπτώματα θα εμφανίσουν κατά τη νοσηλεία τους.

Με έναν ισχυρό αλγόριθμο, θα διευκολυνθεί σε μεγάλο βαθμό η διαδικασία της διαλογής (triage).

Καθυστέρηση Νέων Θεραπειών

Σήμερα, υπάρχει μεγάλη ανάγκη για νέες θεραπείες. Αυτή τη στιγμή, μόλις 1 φάρμακο, η δεξαμεθαζόνη, έχει συνδεθεί με μειωμένη θνητότητα των ασθενών που νοσηλεύονται.

Όπως έγραψαν στη μελέτη τους οι επιστήμονες, αν γίνει διαχωρισμός τον ασθενών ανάλογα με το φαινότυπο και ακολούθως αναζητηθούν ειδικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για τον κάθε φαινότυπο, τότε θα είναι ευκολότερο να καταλήξουμε σε αποτελεσματικά φάρμακα.

Καταλήγοντας, τόνισαν ότι, προς το παρόν, δεν θα πρέπει να αλλάξουν οι θεραπείες που χορηγούνται στους ασθενείς με βάση τα αποτελέσματα της μελέτης τους. Ωστόσο, η τελευταία προσφέρει σημαντικά δεδομένα που μπορούν να καθοδηγήσουν τις μελλοντικές οδηγίες για την αντιμετώπιση της νόσου.