Οι ασθενείς που αναρρώνουν από τον COVID-19 παράγουν Τ λεμφοκύτταρα και ειδικά αντισώματα για τον SARS-CoV-2, όπως έδειξε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό Immunity. Ωστόσο, η ανοσιακή απόκριση δεν είναι η ίδια σε όλους τους ασθενείς. Αν και οι 14 ασθενείς που εξέτασε η έρευνα παρουσίασαν διαφορετικές ανοσιακές αποκρίσεις, όταν οι 6 από αυτούς επανεξετάστηκαν 2 εβδομάδες μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο, διαπιστώθηκε ότι είχαν ακόμα αντισώματα. Η έρευνα αποκάλυψε επίσης ποια τμήματα του ιού μπορούν να προκαλέσουν την ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση και επομένως προσφέρονται ως στόχοι για την ανάπτυξη εμβολίων.

Σήμερα δεν γνωρίζουμε ακόμα γιατί η ανοσιακή απόκριση του κάθε ασθενούς είναι διαφορετική. Σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, το φαινόμενο αυτό μπορεί να εξηγηθεί πιθανώς από την αρχική ποσότητα του ιού που εκτέθηκε ο κάθε ασθενής, την κατάσταση της υγείας του η το εντερικό του μικροβίωμα. Ένα άλλο ερώτημα είναι αν η ανοσιακή αυτή απόκριση μπορεί να προστατεύσει τον ασθενή σε μία μελλοντική έκθεση στον SARS-CoV-2, καθώς και ποια είδη Τ λεμφοκυττάρων θα ενεργοποιηθούν σε αυτό το ενδεχόμενο. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι οι εργαστηριακές εξετάσεις που χρησιμοποιούνται σήμερα για την ανίχνευση των αντισωμάτων του SARS-CoV-2 στον άνθρωπο πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω ως προς την ακρίβειά τους.

«Τα αποτελέσματα της έρευνάς μας δείχνουν ότι τόσο τα Β όσο και τα Τ λεμφοκύτταρα συμμετέχουν στην ανάπτυξη ανοσίας για την ιογενή λοίμωξη», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Chen Dong από το Tsinghua University. «Η έρευνά μας δίνει τη βάση για την περαιτέρω ανάλυση της προστατευτικής ανοσίας, αλλά και για την κατανόηση του μηχανισμού που οδηγεί στην εμφάνιση του COVID-19, ιδιαίτερα στα σοβαρά περιστατικά. Προσφέρει επίσης σημαντικά δεδομένα για την ανάπτυξη ενός εμβολίου».

Σήμερα γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με την προστατευτική ανοσιακή απόκριση που προκαλεί ο SARS-CoV-2, επομένως κάθε νέα πληροφορία μάς φέρει πιο κοντά στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εμβολίου, όπως πρόσθεσε ο Cheng-Feng Qin, ένας επιστήμονας που είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

Οι επιστήμονες συνέκριναν την ανοσιακή απόκριση 14 ασθενών που είχαν αναρρώσει από τον COVID-19 με αυτή 6 υγιών εθελοντών. Οι 8 ασθενείς είχαν πάρει μόλις εξιτήριο ενώ οι υπόλοιποι 6 είχαν πάρει εξιτήριο πριν 2 εβδομάδες. Οι ερευνητές συνέλεξαν δείγματα αίματος και εξέτασαν τα επίπεδα της ανοσφαιρίνης IgM, τα οποία εμφανίζονται πρώτα ως απόκριση σε μία λοίμωξη, καθώς και τα επίπεδα της ανοσοσφαιρίνης IgG, τα οποία ανευρίσκονται συχνότερα στην κυκλοφορία του αίματος.

Συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου, τόσο οι ασθενείς που είχαν μόλις πάρει εξιτήριο, όσο και αυτοί που προσήλθαν στο νοσοκομείο μετά τις 2 εβδομάδες, είχαν υψηλότερα επίπεδα IgM και IgG αντισωμάτων που προσδένονται στις πρωτεΐνες του νουκλεοκαψιδίου του SARS-CoV-2. Το τελευταίο περικλείει τόσο το RNA του ιού όσο και το τμήμα πρόσδεσης της πρωτεΐνης S η οποία προσδένεται στους υποδοχείς των κυττάρων κατά την είσοδο του ιού στα κύτταρα του ξενιστή. Συνολικά, τα παραπάνω δείχνουν ότι οι ασθενείς με COVID-19 μπορούν να εκδηλώσουν ανοσιακή απόκριση που οδηγεί σε παραγωγή αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2, καθώς και ότι τα αντισώματα αυτά παραμένουν για τουλάχιστον 2 εβδομάδες.

Επιπλέον, οι 5 ασθενείς που είχαν πάρει μόλις εξιτήριο είχαν υψηλές συγκεντρώσεις αδρανοποιητικών αντισωμάτων που προσδένονται σε ένα ψευδοϊό που εκφράζει την πρωτεΐνη S του SARS-CoV-2. Τα αδρανοποιητικά αντισώματα δεν επιτρέπουν στα σωματίδια του ιού να μολύνουν τα κύτταρα του ξενιστή. Ακόμη, από τους ασθενείς που προσήλθαν για επανεξέταση, μόλις 1 δεν είχε ανιχνεύσιμα επίπεδα αδρανοποιητικών αντισωμάτων για τον ψευδοϊό.

Συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου, οι 5 ασθενείς που είχαν πάρει μόλις εξιτήριο, είχαν υψηλότερες συγκεντρώσεις Τ λεμφοκυττάρων που εκκρίνουν ιντερφερόνη γάμμα (IFNγ), ένα σηματοδοτικό μόριο με σημαντικό ρόλο στην ανοσία, μετά την έκθεση στην πρωτεΐνη του νουκλεοκαψιδίου του SARS-CoV-2. Στους ίδιους ασθενείς είχαν παρατηρηθεί επίσης υψηλές συγκεντρώσεις αδρανοποιητικών αντισωμάτων. Επιπλέον, σε 3 από τους παραπάνω ασθενείς ανιχνεύθηκαν σημαντικά επίπεδα Τ κυττάρων που εκκρίνουν IFNγ, τα οποία ήταν ειδικά για την κύρια πρωτεάση του SARS-CoV-2, μία πρωτεΐνη με καίριο ρόλο στον πολλαπλασιασμό του ιού. 7 από τους ασθενείς που είχαν μόλις πάρει εξιτήριο είχαν ανιχνεύσιμα επίπεδα Τ κυττάρων που εκκρίνουν IFNγ και ήταν ειδικά για το τμήμα RBD της πρωτεΐνης S του ιού (S-RBD). Αντιθέτως, μόλις ένας από τους ασθενείς που είχαν έρθει για επανεξέταση είχε υψηλές συγκεντρώσεις των παραπάνω κυττάρων για την πρωτεΐνη του νουκλεοκαψιδίου, την κύρια πρωτεάση και την S-RBD.

Μία παρατήρηση με ιδιαίτερη κλινική σημασία είναι ότι η ποσότητα των αδρανοποιητικών αντισωμάτων είχε θετική σύνδεση με τα IgG αντισώματα για την S-RBD, αλλά όχι με αυτά που προσδένονται στην πρωτεΐνη του νουκλεοκαψιδίου. Επιπλέον η S-RBD προκάλεσε τόσο παραγωγή αντισωμάτων όσο και ενεργοποίηση των Τ κυτταρων. «Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η S-RBD αποτελεί έναν καλό στόχο για την ανάπτυξη εμβολίων», είπε ο Fang Chen ένας επιστήμονας που είχε λάβει μέρος στην έρευνα. «Ωστόσο, σίγουρα οι παρατηρήσεις μας θα πρέπει πρώτα να επιβεβαιωθούν από μεγαλύτερες έρευνες σε ασθενείς με COVID-19».