Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature ανακάλυψε ότι 21 φάρμακα που κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά μπορούν να αναστείλουν τον πολλαπλασιασμό του SARS-CoV-2, του ιού δηλαδή που προκαλεί COVID-19.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν φάρμακα από τη μεγαλύτερη βάση δεδομένων παγκοσμίως ως προς την ικανότητά τους να αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό του SARS-CoV-2. Τελικά διαπίστωσαν ότι 100 μόρια είχαν επιβεβαιωμένη αντιιική δράση στο εργαστήριο. Από αυτά, τα 21 φάρμακα ήταν αποτελεσματικά σε συγκεντρώσεις που θεωρούνται ασφαλείς για χορήγηση στον άνθρωπο. Μάλιστα, 4 από τα παραπάνω μπορούσαν να χορηγηθούν σε συνδυασμό με τη ρεμδεσιβίρη η οποία αυτή τη στιγμή θεωρείται “standard-of-care” για τον COVID-19.

«Η ρεμδεσιβίρη έχει αποδειχθεί επιτυχής στη μείωση της διάρκειας νόσησης για τους νοσηλευόμενους ασθενείς, ωστόσο δεν είναι αποτελεσματική σε όλους. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε και άλλα φάρμακα», είπε ο Sumit Chanda, επικεφαλής της έρευνας και διευθυντής του Immunity and Pathogenesis Program. «Καθώς τα περιστατικά της νόσου συνεχίζουν να αυξάνονται παγκοσμίως, υπάρχει μεγάλη ανάγκη να βρούμε φτηνά, αποτελεσματικά και ευρέως διαθέσιμα φάρμακα για χορήγηση συμπληρωματικά με τη ρεμδεσιβίρη ή φάρμακα που μπορούν να χορηγηθούν προληπτικά».

Λεπτομερής Έρευνα

Στην έρευνα, οι επιστήμονες έκαναν λεπτομερείς ελέγχους επικυρώνοντας τα ευρήματά τους. Συγκεκριμένα, εξέτασαν τη δράση των φαρμάκων σε βιοψίες πνευμόνων από ασθενείς που μολύνθηκαν με τον ιό, εξέτασαν τη συνχορήγηση των φαρμάκων με ρεμδεσιβίρη και απέδειξαν ότι υπάρχει σύνδεση δόσης-αποτελέσματος ανάμεσα στα φάρμακα και τη μείωση της δραστηριότητας του ιού.

Από τα 21 φάρμακα που είχαν την ικανότητα να αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό του ιού, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι:

  • Τα 13 είχαν εξεταστεί σε κλινικές δοκιμές για άλλες νόσους και διαπιστώθηκε ότι ήταν ασφαλή στις συγκεντρώσεις που πρέπει να επιτευχθούν προκειμένου να προσφέρουν οφέλη στον COVID-19.
  • 2 από τα φάρμακα είχαν ήδη εγκριθεί από το FDA και συγκεκριμένα η αστεμιζόλη (για τις αλλεργίες) και η κλοφαζαμίνη (για τη λέπρα).
  • 4 από τα φάρμακα που εξετάστηκαν είχαν συνεργική δράση με τη ρεμδεσιβίρη, μεταξύ των οποίων η τετρανδρίνη, ένα παράγωγο της χλωροκίνης.

«Η παρούσα μελέτη διευρύνει σημαντικά το φάσμα των θεραπευτικών επιλογών για τον COVID-19, ιδιαίτερα καθώς αρκετά από τα φάρμακα που εξετάσαμε έχουν ήδη εξεταστεί σε κλινικές μελέτες ως προς την ασφάλειά τους στον άνθρωπο», είπε ο Chanda. «Η έρευνά μας προσφέρει στην επιστημονική κοινότητα ένα μεγάλο οπλοστάσιο για τη μάχη που δίνει ενάντια στην πανδημία».

Οι επιστήμονες εξετάζουν αυτή τη στιγμή και τα 21 φάρμακα σε μοντέλα πειραματόζωων και οργανοειδή που ομοιάζουν τους πνεύμονες του ανθρώπου. Αν οι παραπάνω έρευνες καταλήξουν σε θετικά αποτελέσματα, θα ζητήσουν από το FDA άδεια για κλινικές δοκιμές με σκοπό να εξεταστούν τα φάρμακα ως θεραπείες για τον COVID-19.

«Με βάση την παρούσα ανάλυση, η κλοφαζιμίνη, το hanfangchin A, το apilimod και το ONO 5334, αποτελούν αυτή τη στιγμή τις καλύτερες επιλογές για την αντιμετώπιση του COVID-19 βραχυπρόθεσμα», είπε ο Chanda. «Αν και ορισμένα από τα παραπάνω φάρμακα βρίσκονται ήδη στο στάδιο των κλινικών δοκιμών για τον COVID-19, πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να εξερευνήσουμε και τα υπόλοιπα φάρμακα έτσι ώστε να έχουμε εναλλακτικές επιλογές σε περίπτωση που ο SARS-CoV-2 αναπτύξει ανθεκτικότητα».

Εξετάζοντας μία από τις Μεγαλύτερες Βάσεις Δεδομένων Παγκοσμίως

Τα φάρμακα που εξετάστηκαν από την έρευνα ήταν ένα μικρό κομμάτι των 12.000 σχεδόν φαρμάκων που περιέχει η βάση δεδομένων ReFRAME, τα οποία στο σύνολό τους έχουν εξεταστεί εκτενώς ως προς την ασφάλειά τους στον άνθρωπο.

Ο Arnab Chatterjee, PhD, αντιπρόεδρος ιατρικής χημείας στην Calibr και εκ των συγγραφέων της παρούσας μελέτης, τόνισε ότι η ReFRAME ξεκίνησε με σκοπό να ανακαλυφθούν φάρμακα για παθήσεις που υπάρχει άμεση ανάγκη νέων θεραπειών. «Στην αρχή της πανδημίας του COVID-19 συνειδητοποιήσαμε ότι η ReFRAME αποτελεί ένα ανεκτίμητο εργαλείο για την εξερεύνηση νέων φαρμάκων για τον ιό».

Η έρευνα ξεκίνησε άμεσα, χάρη στην καλή σχέση που έχει ο Chanda με τον επιστήμονα που ανακάλυψε τον πρώτο ιό SARS στην Κίνα, τον Kwok-Yung Yuen, MD, επικεφαλής του τμήματος λοιμώξεων στο Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, καθώς και τον Shuofeng Yuan PhD, βοηθό καθηγητή στο τμήμα μικροβιολογίας του ιδίου πανεπιστημίου. Ο τελευταίος είχε πρόσβαση στον SARS-CoV-2 από το Φεβρουάριο του 2020.