Οι ασθενείς με σχιζοφρένεια έχουν σχεδόν 3 φορές αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν από COVID-19, συγκριτικά με ασθενείς που δεν πάσχουν από την παραπάνω ψυχιατρική νόσο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας. Ο αυξημένος κίνδυνος, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της ίδιας έρευνας, είναι ανεξάρτητος από άλλους παράγοντες κινδύνου για την COVID-19 που εμφανίζονται στους ασθενείς με σχιζοφρένεια, όπως η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης και το κάπνισμα.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Psychiatry και έδειξε ότι η σχιζοφρένεια αποτελεί τον 2ο σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για το θάνατο από COVID-19 (2.7 φορές αυξημένος κίνδυνος) μετά την ηλικία (η ηλικία άνω των 75 έχει συνδεθεί με 35.7 φορές αυξημένο κίνδυνο θανάτου). Στις επόμενες τρεις θέσεις των παραγόντων κινδύνου ακολουθούν το ανδρικό φύλο, η καρδιαγγειακή νόσος και η φυλή με αυτή τη σειρά.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, οι παρατηρήσεις τους ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο από την COVID-19. Τα αποτελέσματα της μελέτης τους μπορούν να βοηθήσουν έτσι ώστε να αναδειχθεί ο πληθυσμός των ασθενών αυτών ως ευπαθής ομάδα η οποία θα έχει προτεραιότητα στον εμβολιασμό.

Μία άλλη παρατήρηση της ίδιας μελέτης ήταν ότι οι ασθενείς με άλλες ψυχικές διαταραχές (άγχους ή διάθεσης) δεν είχαν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από COVID-19.

Από την αρχή της πανδημίας καταβάλλονται σημαντικές προσπάθειες με σκοπό να διαπιστωθεί ποιοι ασθενείς διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου από την COVID-19, με σκοπό να γίνει καταλληλότερη κατανομή των φαρμάκων και εμβολίων για την αντιμετώπιση του ιού. Αν και προηγούμενες μελέτες είχαν παρατηρήσει σύνδεση ανάμεσα στις ψυχιατρικές νόσους (γενικά) και τον κίνδυνο θανάτου από COVID-19, δεν είχε εξεταστεί ειδικά η σύνδεση ανάμεσα στη σχιζοφρένεια και την COVID-19. Οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης περίμεναν ότι θα υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις δύο νόσους, όχι όμως στο βαθμό που τελικά διαπιστώθηκε.

Ο αυξημένος κίνδυνος θανάτου, όπως πίστευαν αρχικά, θα ήταν δυνατό να εξηγηθεί από άλλους παράγοντες κινδύνου οι οποίοι ενοχοποιούνται συνήθως για το χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής των ασθενών με σχιζοφρένεια, όπως η καρδιαγγειακή νόσος, η κατάθλιψη και η μειωμένη πρόσβαση στις δομές υγείας. Ωστόσο, όπως διαπίστωσαν από τα αποτελέσματα της έρευνας, τα αυξημένα ποσοστά θνητότητας από COVID-19, καθώς και η αυξημένη ευαισθησία στις λοιμώξεις γενικότερα, αποδίδονται πιθανώς στους βιολογικούς μηχανισμούς της σχιζοφρένειας. Μία πιθανή εξήγηση αφορά τις διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος, οι οποίες συνδέονται πιθανώς με τα γονίδια της διαταραχής.

Για τη μελέτη τους, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 7.348 ενήλικες άνδρες και γυναίκες που νοσηλεύτηκαν για COVID-19 στα νοσοκομεία του NYU Langone της Νέας Υόρκης και του Long Island από τις 3 Μαρτίου μέχρι τις 31 Μαΐου του 2020. Από τα περιστατικά αυτά, το 14% είχε ιστορικό διάγνωσης με σχιζοφρένεια, διαταραχές της διάθεσης ή αγχώδεις διαταραχές. Ακολούθως οι επιστήμονες εξέτασαν τα ποσοστά θνησιμότητας 45 ημέρες μετά τις θετικές εξετάσεις για κάθε ασθενή.

Καθώς όλοι οι ασθενείς στο δείγμα που εξετάστηκε είχαν μολυνθεί με το ίδιο στέλεχος του SARS-CoV-2, αυτή ήταν μία μοναδική ευκαιρία να εξεταστεί η σύνδεση της σχιζοφρένειας με την COVID-19.

Τώρα που γνωρίζουν πλέον ότι πράγματι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις δύο νόσους, σκοπεύουν να εξετάσουν περισσότερο τις διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος που ενοχοποιούνται για τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας σε αυτό τον πληθυσμό.

Σε μελλοντικές έρευνες θα εξεταστεί επίσης ο ρόλος των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της σχιζοφρένειας, όπως για παράδειγμα τα αντιψυχωσικά φάρμακα.

Ένας περιορισμός της έρευνας είναι ότι εξέτασε μόνο ασθενείς με σχιζοφρένεια που είχαν πρόσβαση σε νοσοκομεία, επομένως θα πρέπει να γίνουν νέες μελέτες που θα διερευνήσουν το σύνολο των ασθενών με τη νόσο.