Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Anaesthesia, οι χειρουργικές επεμβάσεις θα πρέπει να καθυστερούν για τουλάχιστον 7 εβδομάδες (εφόσον αυτό είναι δυνατό) σε ασθενείς που έχουν θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2.

Όπως έδειξαν τα αποτελέσματα της έρευνας, οι χειρουργικές επεμβάσεις στους ασθενείς στο διάστημα 0-6 εβδομάδων μετά τη διάγνωση με COVID-19 συνδέονται με αυξημένη θνητότητα.

Η έρευνα διεξήχθη από το COVIDSurg Collaborative, μία συνεργασία περισσοτέρων από 15.000 χειρουργών που έχει ως στόχο να συλλέξει δεδομένα για την πανδημία της COVID-19.

Αν και γνωρίζουμε ότι οι ασθενείς με COVID-19 έχουν αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν αν χρειαστούν κάποιο χειρουργείο κατά τη διάρκεια της λοίμωξης με τον ιό, μέχρι σήμερα δεν γνωρίζαμε για ποια διάρκεια θα πρέπει να καθυστερήσει η χειρουργική επέμβαση.

Στην παρούσα μελέτη εξετάστηκαν συνολικά 140.231 ασθενείς από 1.674 νοσοκομεία σε 116 χώρες που χειρουργήθηκαν τον Οκτώβριο του 2020. Ο αριθμός των συγγραφέων της έρευνας (πάνω από 15.000) την καθιστά τη μεγαλύτερη του είδους της παγκοσμίως.

Από την έρευνα εξαιρέθηκαν όλοι οι ασθενείς που μολύνθηκαν με τον SARS-CoV-2 μετά το χειρουργείο τους. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν στατιστικά μοντέλα και έκαναν προσαρμογή για τον ασθενή, τα χρόνια νοσήματα και αρκετούς παράγοντες των χειρουργικών επεμβάσεων.

Ο χρόνος από τη διάγνωση της COVID-19 μέχρι το χειρουργείο ήταν 0-2 εβδομάδες σε 1.144 ασθενείς (0.8%), 3-4 εβδομάδες σε 461 ασθενείς (0.3%), 5-6 εβδομάδες σε 327 ασθενείς (0.2%) και πάνω από 7 εβδομάδες σε 1.205 ασθενείς (0.9%). Οι υπόλοιποι 137.590 ασθενείς (97.8%) δεν είχαν θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2.

Η θνητότητα 30 ημερών στους ασθενείς της τελευταίας ομάδας ήταν 1.5%. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό ήταν αυξημένο στους ασθενείς που χειρουργήθηκαν 0-2 εβδομάδες (4%), 3-4 εβδομάδες (4%) και 5-6 εβδομάδες (3.6%) μετά τη διάγνωση της COVID-19. Στους ασθενείς που χειρουργήθηκαν μετά τις 7 εβδομάδες από τη διάγνωση το ποσοστό ήταν 1.5%.

Τα παραπάνω ποσοστά διατηρήθηκαν σε όλες της ηλικιακές ομάδες και τα είδη των χειρουργείων. Μία άλλη παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι οι ασθενείς που είχαν ακόμα συμπτώματα της λοίμωξης 7 εβδομάδες μετά τη διάγνωσή τους είχαν υψηλότερη θνητότητα μετά από ένα χειρουργείο (6%) σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν πλέον συμπτώματα από τον ιό (2.4%), καθώς και αυτούς που είχαν ασυμπτωματική λοίμωξη (1.3%).

Από τα αποτελέσματα της έρευνας είναι εμφανές ότι οι ασθενείς που χειρουργούνται 0-6 εβδομάδες μετά τη διάγνωση της COVID-19 διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου κατά το χειρουργείο, ενώ το ίδιο ισχύει και για τους ασθενείς που έχουν ακόμα συμπτώματα όταν κάνουν την επέμβαση. Κατά συνέπεια, οι συγγραφείς της έρευνας συνιστούν, εφόσον αυτό είναι δυνατό, η επέμβαση να καθυστερεί για τουλάχιστον 7 εβδομάδες μετά τη διάγνωση της COVID-19 ή περισσότερο, εφόσον τα συμπτώματα δεν έχουν υποχωρήσει ακόμα.

Προφανώς, η απόφαση για τη διεξαγωγή ενός χειρουργείου θα πρέπει να είναι εξατομικευμένη για τον κάθε ασθενή. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου τα οφέλη από την καθυστέρηση μίας χειρουργικής επέμβασης δεν υπερβαίνουν τους κινδύνους, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στους ασθενείς με προχωρημένα νεοπλάσματα.

Η παρούσα μελέτη προσφέρει σημαντικά δεδομένα για τους ασθενείς και τους γιατρούς και τους βοηθά να αποφασίσουν ποιος είναι ο κατάλληλος χρόνος για τη διεξαγωγή ενός χειρουργείου μετά τη λοίμωξη με COVID-19, κατέληξαν οι συγγραφείς της έρευνας.