Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, περίπου το 15-25% των ασθενών με σοβαρό COVID-19 παρουσιάζουν νευρολογικά συμπτώματα, όπως κεφαλαλγία, σύγχυση, παραλήρημα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Οι ασθενείς αυτοί τελικά θα κάνουν ηλεκτροεγκεφαλογράφημα προκειμένου να εκτιμηθεί η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου.

Προκειμένου να εξετάσουν πως επηρεάζει η λειτουργία του εγκεφάλου από τον COVID-19, επιστήμονες από το Baylor College of Medicine και το University of Pittsburgh, ανέλυσαν ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα από 617 ασθενείς σε 84 διαφορετικές έρευνες.

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 61.3 χρόνια και τα 2/3 ήταν άνδρες.

Τα συχνότερα ευρήματα στα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα των ασθενών ήταν η επιβράδυνση των εγκεφαλικών κυμάτων καθώς και η διαταρχή της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου.

Η έκταση των παθολογικών ευρημάτων στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ήταν ανάλογη με τη σοβαρότητα της νόσου και το ιστορικό νευρολογικών παθήσεων, όπως η επιληψία, στους ασθενείς.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Seizure: European Journal of Epilepsy.

Πιθανότερο Σημείο Εισόδου

Σχεδόν το 1/3 των παθολογικών ευρημάτων εντοπίστηκαν στο μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου.

«Γνωρίζουμε ότι το πιθανότερο σημείο εισόδου του ιού είναι η ρίνα, επομένως είναι λογικό το σημείο του εγκεφάλου που επηρεάζεται περισσότερο να βρίσκεται κοντά σε αυτή την περιοχή», είπε ο Dr Zulfi Haneef, συγγραφέας της έρευνας και αναπληρωτής καθηγητής νευρολογίας/νευροφυσιολογίας στο Baylor.

«Τα παραπάνω ευρήματα δείχνουν ότι θα πρέπει να κάνουμε ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα σε περισσότερους ασθενείς με COVID-19, καθώς και άλλες εξετάσεις του εγκεφάλου, όπως μαγνητική ή αξονική τομογραφία», πρόσθεσε.

Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι ο ιός πιθανώς δεν ευθύνεται εξ’ ολοκλήρου για τις βλάβες στον εγκέφαλο. Οι συστηματικές επιδράσεις της λοίμωξης, όπως η φλεγμονή, τα χαμηλά επίπεδα οξυγόνου, η αυξημένη πηκτικότητα του αίματος και το έμφραγμα του μυοκαρδίου μπορούν στο σύνολό τους να επηρεάσουν το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και σε άλλα σημεία του εγκεφάλου εκτός του μετωπιαίου λοβού.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης μία «διάχυτη επιβράδυνση» στην ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου στο 70% περίπου των ασθενών.

“Brain Fog”

Ορισμένοι ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19 συνεχίζουν να παρουσιάζουν συμπτώματα. Τα παραπάνω περιγράφονται πλέον από τον όρο «χρόνιο COVID» ή «long covid». Ένα από τα συμπτώματα αυτά είναι το γνωστό και ως «brain fog».

Μία πρόσφατη έρευνα η οποία έχει αναρτηθεί ως προδημοσίευση στην ιστοσελίδα MedRxiv, διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID είχαν χειρότερες επιδόσεις σε μία εξέταση των γνωστικών λειτουργιών σε σχέση με εθελοντές που δεν είχαν ιστορικό λοίμωξης με τον ιό.

Σύμφωνα με ειδικούς επιστήμονες από το Science Media Centre στο Λονδίνο, η παραπάνω μελέτη σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει ότι η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, δείχνει ότι ο ιός μπορεί πιθανώς να προκαλέσει μακροπρόθεσμες βλάβες στον εγκέφαλο.

Μία θετική παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι το 56.8% των ασθενών που έκανα ξανά ηλεκτροεγκεφαλογράφημα αργότερα είχαν παρουσιάσει βελτίωση.

Οι επιστήμονες αναφέρθηκαν επίσης σε ορισμένους περιορισμούς της μελέτης τους, όπως για παράδειγμα την απουσία ειδικών δεδομένων από κάθε έρευνα. Οι γιατροί ενδέχεται επίσης να έκαναν ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα σε ασθενείς που δεν είχαν νευρολογικά συμπτώματα, γεγονός που πιθανώς επηρέασε τα αποτελέσματα.

Τέλος, αρκετοί ασθενείς που παρουσίασαν επιληψία πιθανώς έλαβαν αντιεπιληπτικά φάρμακα, γεγονός που επηρέασε τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματά τους.