Μία νέα έρευνα που εξέτασε ασθενείς με COVID-19, διαπίστωσε ότι οι διαβητικοί αποτελούν το 12% του παραπάνω πληθυσμού, ενώ οι ασθενείς με υπέρταση το 17%. Τα ποσοστά για τις 2 παραπάνω συννοσηρότητες είναι χαμηλότερα σε σχέση με την αρχή της πανδημίας, ωστόσο η έρευνα προσφέρει σημαντικά επιδημιολογικά δεδομένα για τη σύνδεση ανάμεσα στο διαβήτη, την υπέρταση και τον COVID-19.

Η μετα-ανάλυση χρησιμοποίησε δεδομένα για 15.794 ασθενείς που είχαν νοσηλευτεί για COVID-19 στο διάστημα 1 Δεκεμβρίου 2019 μέχρι 6 Απριλίου 2020. Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι το ποσοστό των διαβητικών ασθενών που εισήχθησαν στη ΜΕΘ ήταν 96% υψηλότερο σε σχέση με τους μη διαβητικούς, ενώ και η θνησιμότητα ήταν 2.78 φορές υψηλότερη, διαφορές που θεωρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές.

Οι υπερτασικοί ασθενείς είχαν 2.95 φορές αυξημένη πιθανότητα εισαγωγής στη ΜΕΘ, ενώ η θνησιμότητα ήταν 2.39 φορές αυξημένη σε σχέση με τους νοσηλευομένους ασθενείς που δεν είχαν υπέρταση.

Η νέα μετα-ανάλυση είναι αρκετά σημαντική καθώς οι επιστήμονες αφαίρεσαν από τη μελέτη όλα τα δεδομένα για ασθενείς που είχαν συμπεριληφθεί σε προηγούμενες μελέτες, ένα περιορισμό που δεν είχε εξαλειφθεί σε άλλες αναλύσεις. «Αρκετές προηγούμενες αναλύσεις είχαν εξετάσει τα δεδομένα ορισμένων ασθενών περισσότερες από 1 φορές, γεγονός που σίγουρα επηρέασε τα αποτελέσματά τους», είπαν οι επιστήμονες στη δημοσίευσή τους.

Σχεδόν όλες οι έρευνες που εξετάστηκαν στην παρούσα ανάλυση ήταν μελέτες παρατήρησης με τα 2/3 αυτών να έχουν δεδομένα από 1 νοσοκομείο. Το 71% των ερευνών είχαν εξετάσει μόνο ασθενείς από την Κίνα.

«Αναπτύξαμε μία ειδική μέθοδο για να αποφύγουμε τις επαναλήψεις δεδομένων. Χρησιμοποιήσαμε επίσης άλλες πρακτικές για να ελαχιστοποιήσουμε άλλους περιορισμούς, ενώ εξαιρέσαμε ορισμένους πληθυσμούς και χρησιμοποιήσαμε τα ίδια κριτήρια για τον προσδιορισμό της ‘σοβαρής νόσησης’ σε όλες τις έρευνες», τόνισε ο Fady Hannah-Shmouni, MD, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.

Παρά τις προσπάθειες των ερευνητών, η ανάλυση είχε ορισμένους περιορισμούς, όπως για παράδειγμα την απουσία δεδομένων σχετικά με παράγοντες όπως το κάπνισμα, ο δείκτης μάζας σώματος, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και ο τύπος διαβήτη ή υπέρτασης στον κάθε ασθενή.

«Ακόμα και με τους παραπάνω περιορισμούς, καταφέραμε να δείξουμε ότι τα ποσοστά υπέρτασης και διαβήτη είναι αυξημένα στους ασθενείς με COVID-19. Επιπλέον, οι διαβητικοί και οι υπερτασικοί έχουν αυξημένη θνησιμότητα και αυξημένο κίνδυνο εισαγωγής στη ΜΕΘ», υποστήριξε ο Hannah-Shmouni σε μία συνέντευξη. «Πιστεύουμε ότι η σωρεία δεδομένων για τη σύνδεση υπέρτασης και COVID-19 αποδίδεται εν μέρει σε αντίστροφη αιτιότητα».

Μία πιθανή εξήγηση της αντίστροφης αυτής αιτιότητας είναι η αλληλοεπικάλυψη ανάμεσα στην υπέρταση και την ηλικία ως παράγοντες κινδύνου για τη λοίμωξη ή τη σοβαρή νόσηση από  COVID-19. Οι ηλικιωμένοι άνω των 80 παρουσιάζουν συχνά σοβαρή νόσηση αν μολυνθούν με το νέο κορονοϊό. Επιπλέον το 80% του πληθυσμού άνω των 80 έχει υπέρταση, επομένως το γεγονός ότι το ποσοστό των ασθενών με COVID-19 και υπέρταση είναι τόσο υψηλό δεν προκαλεί έκπληξη. Τα παραπάνω δεδομένα δεν αποδεικνύουν, ωστόσο, σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στην υπέρταση και τη σοβαρή νόσηση από COVID-19 καθώς ο κίνδυνος υπέρτασης αυξάνεται με την ηλικία, όπως υποστήριξε ο Ernesto L. Schiffrin, MD, συγγραφέας της έρευνας και καθηγητής ιατρικής στο McGill University.

«Η άποψή μου με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ότι η υπέρταση δεν συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19, ωστόσο οι ηλικιωμένοι, οι παχύσαρκοι, οι διαβητικοί και οι ανοσοκατεσταλμένοι έχουν συνήθως χειρότερη πρόγνωση από τον ιό», δήλωσε ο ίδιος σε μία συνέντευξη.

Τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι «σίγουρα υπάρχει αλληλεπίδραση ανάμεσα στον ιό, το διαβήτη, την υπέρταση και άλλους παράγοντες κινδύνου». Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί, τα νέα ευρήματα μάς φέρνουν πιο κοντά στην ακριβή εκτίμηση του κινδύνου για COVID-19 στους ασθενείς με τις παραπάνω συννοσηρότητες.

Η σύνδεση ανάμεσα στον COVID-19, το διαβήτη και την υπέρταση σημαίνει ότι οι ασθενείς με τα παραπάνω χρόνια νοσήματα πρέπει να ενημερωθούν για τον κίνδυνο που διατρέχουν και να διασφαλίσουν ότι έχουν επαρκή πρόσβαση στα φάρμακα που χρειάζονται για τη ρύθμιση της γλυκόζης αίματος. Οι διαβητικοί ασθενείς πρέπει επίσης να έχουν κάνει όλα τα απαραίτητα εμβόλια με σκοπό να μειώσουν τον κίνδυνο πνευμονίας.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Karolina Grabowska