Τα στελέχη Β.1.1.7 και Β.1.351 του SARS-CoV-2 ανιχνεύθηκαν για πρώτη φορά στην Αγγλία και τη Νότια Αφρική, αντίστοιχα, και έκτοτε έχουν εξαπλωθεί σε αρκετές άλλες χώρες. Μία ομάδα ερευνητών από το Ινστιτούτο Pasteur στη Γαλλία συνεργάστηκε με επιστήμονες από αρκετά πανεπιστήμια της Ευρώπης με σκοπό να εξετάσει την ευαισθησία των παραπάνω στελεχών στα εξουδετερωτικά αντισώματα ασθενών που εμβολιάστηκαν ή νόσησαν στο παρελθόν από COVID-19. Η ευαισθησία των στελεχών αυτών εκτιμήθηκε συγκριτικά με το αρχικό στέλεχος (D614G) του SARS-CoV-2, το οποίο ευθύνεται για το μεγαλύτερο ποσοστό λοιμώξεων από την αρχή της πανδημίας. Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, τα εξουδετερωτικά αντισώματα μπορούν να αντιμετωπίσουν εξίσου αποτελεσματικά τα στελέχη D614G και Β.1.1.7, ωστόσο το στέλεχος Β.1.351 είχε μειωμένη ευαισθησία σε αυτά. Μάλιστα, παρατήρησαν ότι χρειάζονται 6πλάσια επίπεδα αντισωμάτων προκειμένου να εξουδετερωθεί το τελευταίο στέλεχος. Η διάφορα στην ευαισθησία των νέων στελεχών για τα αντισώματα παρατηρήθηκε τόσο στους ασθενείς που είχαν νοσήσει από COVID-19 όσο και σε αυτούς που είχαν εμβολιαστεί. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine.

Στις 14 Δεκεμβρίου του 2020, οι υγειονομικές αρχές της Μεγάλης Βρετανίας ενημέρωσαν τον WHO για το νέο στέλεχος (Β.1.1.7) που ανιχνεύθηκε στη νοτιοανατολική Αγγλία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το στέλεχος αυτό κατάφερε να εκτοπίσει όλα τα υπόλοιπα στελέχη στο Λονδίνο και στην Αγγλία γενικότερα. Στις 18 Δεκεμβρίου, δηλαδή 4 ημέρες αργότερα, ανιχνεύθηκε ένα ακόμα στέλεχος, το Β.1.351, στη Νότια Αφρική. Σύμφωνα με επιδημιολογικά δεδομένα που δημοσίευσε ο WHO στις 14 Φεβρουαρίου του 2021, το στέλεχος Β.1.1.7 και το Β.1.351 βρίσκονται ήδη σε 94 και 48 χώρες, αντίστοιχα. Η εξάπλωση των 2 παραπάνω στελεχών παρακολουθείται πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στη μελέτη τους, οι επιστήμονες από το Ινστιτούτο Pasteur συνεργάστηκαν με νοσοκομεία και πανεπιστήμια από όλη την Ευρώπη με σκοπό να εξετάσουν την ευαισθησία των παραπάνω στελεχών στα αντισώματα συγκριτικά με το αρχικό στέλεχος D614G.

Για το σκοπό αυτό, απομόνωσαν αρχικά σωματίδια των στελεχών Β.1.1.7 και Β.1.351 του SARS-CoV-2 από ασθενείς και στη συνέχεια έλαβαν δείγματα ορού από εθελοντές που είχαν εμβολιαστεί ή είχαν ιστορικό λοίμωξης από COVID-19.

«Στο παρελθόν η ικανότητα εξουδετέρωσης των αντισωμάτων εξεταζόταν κυρίως με τη χρήση ψευδοϊών. Πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να χρησιμοποιούμε σωματίδια του ιού από τον πραγματικό κόσμο μαζί με τους ψευδοϊούς προκειμένου να εξεταστεί η ευαισθησία στα αντισώματα. Στη μελέτη μας, απομονώσαμε και χρησιμοποιήσαμε ιούς Β.1.1.7 και Β.1.351 από ασθενείς, καθώς και ένα σύστημα εκτίμησης της εξουδετέρωσης με φθορίζοντα κύτταρα», υποστήριξε ο επικεφαλής της έρευνας Olivier Schwartz από το Ινστιτούτο Pasteur.

Από τα αποτελέσματα της έρευνας διαπιστώθηκε ότι το 95% των ασθενών (79 στους 85) είχε αντισώματα που μπορούσαν να εξουδετερώσουν το στέλεχος Β.1.1.7. Αντίστοιχα ήταν τα ποσοστά και για το στέλεχος D614G, δηλαδή το αρχικό στέλεχος του SARS-CoV-2 που κυκλοφόρησε από την αρχή της πανδημίας. Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι οι συγκεντρώσεις των αντισωμάτων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση του κάθε στελέχους ήταν παρόμοιες.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα για το στέλεχος της Νότιας Αφρικής ήταν ιδιαίτερα δυσοίωνα. Συγκεκριμένα, η εξουδετερωτική ικανότητα των αντισωμάτων ενάντια στο Β.1.351 ήταν μειωμένη στο 40% των δειγμάτων που εξετάστηκαν. Διαπιστώθηκε επίσης ότι χρειάζονται σχεδόν 6πλάσιες συγκεντρώσεις αντισωμάτων για την εξουδετέρωση του παραπάνω στελέχους συγκριτικά με το D614G.

«Δείξαμε ότι τα νέα στελέχη, ιδιαίτερα αυτό της Νότιας Αφρικής, έχει κάποιου βαθμού ανθεκτικότητα στα αντισώματα που παράγονται μετά τη φυσική λοίμωξη από το στέλεχος D614G. Η ανθεκτικότητα αυτή παρατηρείται κυρίως στους ασθενείς με χαμηλά επίπεδα αντισωμάτων», εξήγησε ο Schwartz.

Οι επιστημονικές ομάδες εξέτασαν επίσης δείγματα ορού από ασθενείς που είχαν κάνει το εμβόλιο της Pfizer/BioNTech 2-4 εβδομάδες μετά τη λήψη της 1ης δόσης. Όπως διαπίστωσαν, μόλις 2 εβδομάδες μετά την 1η δόση, οι εθελοντές είχαν ικανοποιητικά επίπεδα αντισωμάτων για την εξουδετέρωση του στελέχους D614G, ενώ 3 εβδομάδες τα αντισώματα μπορούσαν να εξουδετερώσουν και το στέλεχος Β.1.1.7 (με μειωμένη αποτελεσματικότητα). Οι ασθενείς είχαν αντισώματα που αναγνωρίζουν το στέλεχος Β.1.351 μετά την 4η εβδομάδα.

Στο ίδιο διάστημα, δηλαδή 4 εβδομάδες μετά την 1η δόση του εμβολίου (και 1 εβδομάδα μετά τη 2η), τα αντισώματα των εμβολιασμένων ασθενών ήταν εξίσου αποτελεσματικά ενάντια στα στελέχη D614G και Β.1.1.7, ωστόσο η αποτελεσματικότητά τους παρέμεινε χαμηλή για το στέλεχος Β.1.351. Συγκεκριμένα, το 80% των δειγμάτων ορού από τους ασθενείς είχε την ικανότητα να εξουδετερώνει τα στελέχη D614G και Β.1.1.7, ενώ μόλις το 60% μπορούσε να εξουδετερώσει το στέλεχος Β.1.351.

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης την παρουσία εξουδετερωτικών αντισωμάτων σε ρινικά δείγματα από ασθενείς που εμβολιάστηκαν. Δεν ανιχνεύθηκαν αντισώματα σε κανένα από αυτούς τους ασθενείς, εκτός από αυτούς που είχαν ιστορικό λοίμωξης πριν τον εμβολιασμό τους. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ο εμβολιασμός δεν δημιουργεί εξουδετερωτικά αντισώματα στο ρινικό βλεννογόνο, τουλάχιστον τις 4 πρώτες εβδομάδες μετά την 1η δόση του εμβολίου.