Γιατί ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν σοβαρά συμπτώματα μετά τη μόλυνση με τον SARS-CoV-2, ενώ άλλοι είναι εντελώς ασυμπτωματικοί; Το ερώτημα αυτό έχει απασχολήσει αρκετά την επιστημονική κοινότητα και αποτελεί το αντικείμενο αρκετών ερευνών. Ένας πιθανός λόγος που έχει αναδειχθεί προσφάτως ως απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι το ιστορικό έκθεσης σε άλλους κορονοϊούς, σύμφωνα με επιστήμονες από το Charité και το MPIMG. Η θεωρία αυτή βασίζεται σε έρευνες σχετικά με τα Τ-βοηθητικά κύτταρα, ένα είδος λευκών αιμοσφαιρίων που θεωρείται απαραίτητο για τη ρύθμιση της ανοσιακής απόκρισης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι 1 στα 3 άτομα χωρίς ιστορικό έκθεσης στον SARS-CoV-2 έχει Τ βοηθητικά κύτταρα ικανά να αναγνωρίσουν τον ιό. Το παραπάνω φαινόμενο αποδόθηκε στις δομικές ομοιότητες που έχει ο SARS-CoV-2 με τους ιούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες απομόνωσαν ανοσιακά κύτταρα από το αίμα 18 ασθενών με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν στο Charité και διαγνώστηκαν με χρήση PCR. Απομόνωσαν επίσης ανοσιακά κύτταρα από το αίμα 68 υγιών εθελοντών που δεν είχαν εκτεθεί στο νέο κορονοϊό. Οι ερευνητές εξέθεσαν τα τελευταία κύτταρα σε συνθετικά τμήματα της πρωτεΐνης “spike” του ιού την οποία χρησιμοποιεί για να εισέλθει στα ανθρώπινα κύτταρα. Ακολούθως εξέτασαν αν τα Τ βοηθητικά κύτταρα μπορούν να ενεργοποιηθούν μέσω της επαφής με τα πρωτεϊνικά αυτά τμήματα, κάτι που παρατηρήθηκε στους 15 από τους 18 ασθενείς με COVID-19. «Αυτό ήταν κάτι αναμενόμενο. Το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών αυτών είχε ήδη ξεκινήσει να αντιμετωπίζει τον ιό και επομένως είχε την ίδια αντίδραση και in vitro», εξήγησε ένας από τους επικεφαλής της έρευνας, η Dr Claudia Giesecke-Thiel από το MPIMG. «Το γεγονός ότι δεν εμφανίστηκε αντίδραση σε όλους τους ασθενείς αποδίδεται πιθανώς στο γεγονός ότι τα Τ βοηθητικά κύτταρα δεν ενεργοποιούνται εκτός του ανθρωπίνου οργανισμού κατά τη διάρκεια της οξείας ή σοβαρής φάσης μίας νόσου», πρόσθεσε.

Αυτό που δεν περίμενε η επιστημονική ομάδα ήταν ότι τα Τ βοηθητικά κύτταρα ορισμένων εθελοντών που δεν είχαν ιστορικό λοίμωξης παρουσίαζαν επίσης αντίδραση κατά την έκθεση σε τμήματα του ιού SARS-CoV-2. Συγκεκριμένα, 24 από τους 68 υγιείς εθελοντές είχαν Τ βοηθητικά λεμφοκύτταρα που μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον SARS-CoV-2. Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι τα Τ λεμφοκύτταρα των υγιών εθελοντών αντιδρούσαν σε διαφορετικά τμήματα του ιού σε σχέση με αυτά των ασθενών με COVID-19. Αν και τα Τ βοθητικά κύτταρα των τελευταίων αντιδρούσαν κυρίως σε τμήματα της πρωτεΐνης ‘spike’ που είναι ειδικά για τον SARS-CoV-2, τα Τ λεμφοκύτταρα των υγιών εθελοντών αναγνώριζαν τμήματα της ίδιας πρωτεΐνης που βρίσκονται και στους κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος. «Το γεγονός αυτό δείχνει ότι τα Τ βοηθητικά κύτταρα υγιών εθελοντών αντιδρούν στον SARS-CoV-2 λόγω προηγούμενης έκθεσης σε ενδημικούς κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος», είπε η Giesecke-Thiel. «Ένα από τα χαρακτηριστικά των Τ βοηθητικών κυττάρων είναι ότι δεν ενεργοποιούνται μόνο από το ακριβές παθογόνο που προκάλεσε το σχηματισμό τους αλλά και από παρόμοια παθογόνα», εξήγησε. Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες κατάφεραν να δείξουν ότι τα Τ βοηθητικά κύτταρα των υγιών εθελοντών αντιδρούσαν επίσης σε τμήματα από κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος.

Οι επιδράσεις, ωστόσο, της παραπάνω διασταυρούμενης αντιδραστικότητας σε υγιή άτομα που μολύνονται από τον ιό SARS-CoV-2 είναι ακόμα άγνωστες. «Πιθανώς η παρουσία των παραπάνω Τ λεμφοκυττάρων έχει κάποια προστατευτική δράση. Για παράδειγμα, μπορείνα επιταχύνει την παραγωγή αντισωμάτων ενάντια στον SARS-CoV-2», εξήγησε ο καθηγητής Dr Leif Erik Sander, ένας εκ των συγγραφέων της έρευνας. «Στην περίπτωση που αυτό επιβεβαιωθεί, τότε μία πρόσφατη λοίμωξη από κοινό κρυολόγημα κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσει σε μειωμένα συμπτώματα από τον COVID-19. Ωστόσο, η ανοσιακή απόκριση της διασταυρούμενης αντιδραστικότητας μπορεί να προκαλέσει παθολογική ανοσιακή απόκριση και να επιβαρύνει την πορεία της νόσου. Γνωρίζουμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει στο Δάγγειο Πυρετό».

Οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι θα πρέπει να γίνουν έρευνες παρατήρησης προκειμένου να διαπιστώσουμε αν η προηγούμενη έκθεση σε κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος προσφέρει κάποιου βαθμού ανοσία για τον COVID-19 και αν αυτό μπορεί να εξηγήσει τη μεγάλη ποικιλομορφία στη συμπτωματολογία της νόσου. Το Charité και το MPIMG έχουν ήδη ξεκινήσει μία έρευνα που θα εξετάσει το παραπάνω φαινόμενο.

Στη Γερμανία, σύμφωνα με τον καθηγητή Dr Andreas Thiel, οι κορονοϊοί προκαλούν το 30% των συνολικών περιστατικών κοινού κρυολογήματος. «Σύμφωνα με τις παρούσες εκτιμήσεις, ο μέσος ενήλικας μολύνεται με έναν ενδημικό κορονοϊό 1 φορά κάθε 2-3 χρόνια», εξήγησε ο Thiel, ο τρίτος επικεφαλής της έρευνας. «Αν υποθέσουμε ότι οι κορονοϊοί του κοινού κρυολογήματος μπορούν να προσφέρουν κάποιου βαθμού ανοσία για τον SARS-CoV-2, αυτό σημαίνει ότι οι ασθενείς που εκτίθενται τακτικά στους παραπάνω ιούς είναι ίσως προστατευμένοι από τον COVID-19. Αυτό τον πληθυσμό θα εξετάσουμε στην έρευνα Charité Corona Cross», πρόσθεσε. Οι επιστήμονες θα παρακολουθήσουν την πορεία εθελοντών που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες για αρκετούς μήνες. Ο τελικός στόχος της έρευνας είναι να διαπιστώσει αν μπορούμε να προβλέψουμε την κλινική πορεία των ασθενών σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό λοίμωξης με SARS-CoV-2. «Τα αποτελέσματα αυτά θα είναι ιδιαίτερα σημαντικά, τόσο για τους ασθενείς, όσο και για την αντιμετώπιση της νόσου στο νοσοκομείο», εξήγησε ο Thiel.

Οι επιστήμονες θα εξετάσουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος σε προσωπικό νηπιαγωγείων, παιδιάτρους και εργαζόμενους σε κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων. Τα ρινοφαρυγγικά δείγματα των εθελοντών θα εξεταστούν αρχικά με PCR, ενώ θα εξεταστούν επίσης τα αντισώματα για τον ιό, καθώς και η δραστηριότητα των Τ λεμφοκυττάρων. Αν οι εθελοντές τελικά μολυνθούν με SARS-CoV-2, οι ερευνητές θα παρακολουθήσουν την πορεία τους με σκοπό να εξετάσουν τη σύνδεσή της με το ανοσολογικό προφίλ.

Οι επιστήμονες θα συλλέξουν επίσης δείγματα αίματος από τουλάχιστον 1000 ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19. Τα δείγματα αυτά θα εξεταστούν για αρκετούς ανοσολογικούς παράγοντες με σκοπό να διαπιστωθεί πως συνδέονται με τη συμπτωματολογία της νόσου. Η επιστημονική ομάδα ελπίζει να ταυτοποιήσει και άλλες παραμέτρους που επηρεάζουν τη σοβαρότητα και την κλινική πορεία της νόσου.