Φέτος είναι σημαντικότερο από κάθε άλλη φορά να κάνουμε το εμβόλιο της γρίπης προκειμένου να προλάβουμε μία διπλή επιδημία κατά τους χειμερινούς μήνες, μία κατάσταση δηλαδή κατά την οποία ο SARS-CoV-2 και οι ιοί της γρίπης θα κυκλοφορούν και θα προκαλούν λοιμώξεις ταυτόχρονα. Μία νέα έρευνα, ωστόσο, δείχνει ότι πιθανώς υπάρχει ένας ακόμα λόγος να κάνουμε το εμβόλιο της γρίπης, καθώς το τελευταίο μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο COVID-19. Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία έρευνα που έχει αναρτηθεί προς το παρόν ως προδημοσίευση, η οποία έδειξε ότι το εμβόλιο της γρίπης οδηγεί σε παραγωγή μορίων τα οποία έχουν χρησιμότητα και στην αντιμετώπιση του SARS-CoV-2.

Η έρευνα συμφωνεί με προηγούμενες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, οι οποίες είχαν καταλήξει σε παρόμοια συμπεράσματα. Ωστόσο, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι τα αποτελέσματα της έρευνας θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από πιο λεπτομερείς μελέτες.

Στην έρευνά του, ο Mihai Netea, ένας λοιμωξιολόγος-ανοσολόγος από το Radboud University Medical Center στην Ολλανδία, και οι συνεργάτες του εξέτασαν τη βάση δεδομένων του νοσοκομείου με σκοπό να εξετάσουν αν οι εργαζόμενοι που είχαν κάνει το εμβόλιο της γρίπης το χειμώνα του 2019-2020 είχαν αυξημένο ή μειωμένο κίνδυνο να μολυνθούν με τον ιό SARS-CoV-2. Όπως διαπιστώθηκε, οι εργαζόμενοι που είχαν κάνει το εμβόλιο είχαν 39% μειωμένη πιθανότητα να έχουν θετικές εξετάσεις για τον ιό μέχρι την 1η Ιουνίου 2020. Από το σύνολο των εργαζομένων που δεν είχαν κάνει το εμβόλιο, το 2.23% είχε θετικές εξετάσεις για τον ιό, ενώ σε αυτούς που είχαν κάνει το εμβόλιο, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 1.33%. Ο Netea και η ομάδα του δημοσίευσαν τα αποτελέσματά τους στην ιστοσελίδα MedRxiv στις 16 Οκτωβρίου.

Ωστόσο, τα παραπάνω αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι το εμβόλιο της γρίπης έχει χρησιμότητα στην πρόληψη του COVID-19. «Αν και η έρευνα αυτή είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί απόδειξη της παραπάνω σύνδεσης», εξήγησε η Ellen Foxman, ανοσοβιολόγος και κλινικός παθολογοανατόμος στο Yale School of Medicine. Η σύνδεση αυτή μπορεί να αποδίδεται σε άλλους παράγοντες. Για παράδειγμα, οι ασθενείς που κάνουν το εμβόλιο της γρίπης μπορεί να είναι πιο προσεκτικοί και να ακολουθούν περισσότερο τα μέτρα πρόληψης του COVID-19, συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν κάνουν το εμβόλιο. Ο Netea συμφώνησε, τονίζοντας ότι πιθανώς η γενικότερη συμπεριφορά αυτής της ομάδας και όχι τόσο το εμβόλιο, είναι μάλλον ο παράγοντας που μπορεί να εξηγήσει τα χαμηλότερα ποσοστά λοιμώξεων που παρατηρήθηκαν.

Έρευνες παρατήρησης, όπως οι παραπάνω, οι οποίες παρατηρούν σύνδεση ανάμεσα σε δύο φαινόμενα, δεν μπορούν να αποδείξουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Προκειμένου να εξετάσουμε αν το εμβόλιο της γρίπης μπορεί πράγματι να προστατεύσει από τον COVID-19, θα πρέπει να γίνουν μεγάλες κλινικές μελέτες σε πληθυσμιακό επίπεδο. Ο Netea συμφωνεί με το γεγονός αυτό, ωστόσο υποστηρίζει ότι προκειμένου να υπάρχει ομάδα ελέγχου, ορισμένοι εθελοντές θα πρέπει να μην λάβουν το εμβόλιο της γρίπης, κάτι που θεωρείται σήμερα ανήθικο.

Ο Netea και η ομάδα τους έκαναν επίσης εργαστηριακά πειράματα με σκοπό να διαπιστώσουν με ποιο τρόπο το εμβόλιο της γρίπης μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο COVID-19. Αρχικά, εξέτασαν κύτταρα του αίματος τα οποία είχαν απομονωθεί από υγιείς εθελοντές. Στη συνέχεια εξέθεσαν τα κύτταρα αυτά στο εμβόλιο Vaxigrip Tetra και επέτρεψαν στα κύτταρα να πολλαπλασιαστούν για 6 ημέρες. Ακολούθως, εξέθεσαν τα κύτταρα στον ιό SARS-CoV-2 και ανέλυσαν τη συμπεριφορά τους.

Τα κύτταρα που εκτέθηκαν στο εμβόλιο της γρίπης είχαν δημιουργήσει περισσότερες κυτταροκίνες (μόρια που αντιμετωπίζουν τους ιούς) συγκριτικά με κύτταρα που δεν είχαν εκτεθεί στο εμβόλιο. Αν και οι κυτταροκίνες που παράγονται σχετικά αργά στην πορεία της λοίμωξης είναι δυνητικά επιβλαβείς, καθώς μπορεί να προκαλέσουν καταιγίδα κυτταροκινών, αυτές που παράγονται νωρίς μπορούν να αντιμετωπίσουν το παθογόνο με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ηπιότερη λοίμωξη.

Αν και η θεωρία ότι ένα εμβόλιο για μία λοίμωξη μπορεί να προστατεύει από μία άλλη ακούγεται απίθανη, στην πραγματικότητα αρκετά δεδομένα έχουν δείξει ότι αυτό μπορεί να συμβεί μέσω ενός μηχανισμού που λέγεται «εκπαίδευση της έμφυτης ανοσίας». Τα εμβόλια λειτουργούν κυρίως στο σύστημα της επίκτητης ανοσίας, προκαλώντας παραγωγή αντισωμάτων τα οποία αναγνωρίζουν και στοχεύουν το συγκεκριμένο παθογόνο σε μελλοντική συνάντηση με τον ιό. Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι τα εμβόλια μπορούν να «εκπαιδεύσουν» επίσης το σύστημα της έμφυτης ανοσίας, βελτιώνοντας την ικανότητά του να αντιμετωπίζει αρκετά διαφορετικά είδη λοιμώξεων. Τα εμβόλια επιτυγχάνουν τον παραπάνω στόχο «επαναπρογραμματίζοντας» τα βλαστικά κύτταρα που ωριμάζουν σε κύτταρα της πρώιμης έμφυτης ανοσιακής απόκρισης.

«Υπάρχουν δεδομένα στη βιβλιογραφία που δείχνουν ότι η εκπαίδευση της έμφυτης ανοσίας είναι δυνατή και μπορεί να προσφέρει ευρεία προστασία για αρκετά άλλα παθογόνα διαφορετικά από αυτά του εμβολίου», υποστήριξε η Foxman.

Άλλες πρόσφατες έρευνες έχουν επίσης συνδέσει το εμβόλιο της γρίπης με μειωμένο κίνδυνο COVID-19. Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Vaccines το Σεπτέμβριο και μία άλλη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Medical Virology τον Ιούνιο, διαπίστωσαν ότι τα ποσοστά του COVID-19 στην Ιταλία ήταν χαμηλότερα στις περιοχές όπου οι ηλικιωμένοι εμβολιάζονται συχνότερα για τη γρίπη. Επιπλέον, μία προδημοσίευση από την Mayo Clinic τον Ιούλιο έδειξε ότι οι ενήλικες που είχαν κάνει οποιοδήποτε από τα εμβόλια της γρίπης, της πολιομυελίτιδας, της ανεμευλογιάς, της ιλαράς, του αιμόφιλου της ινφλουένζας τύπου Β, της ηπατίτιδας Α ή Β ή του πνευμονιόκοκκου τα τελευταία 5 χρόνια, είχαν μειωμένο κίνδυνο να έχουν θετικές εξετάσεις για το νέο κορονοϊό σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν κάνει κανένα από τα παραπάνω εμβόλια.

Αυτή τη στιγμή διεξάγονται επίσης περισσότερες από 20 έρευνες παγκοσμίως οι οποίες έχουν ως στόχο να διαπιστώσουν αν το εμβόλιο BCG (φυματίωσης) μπορεί να προστατεύσει από τον COVID-19. Το παραπάνω εμβόλιο έχει συνδεθεί με μειωμένο κίνδυνο λοιμώξεων και θνησιμότητας στην παιδική ηλικία, ακόμα και σε περιοχές όπου δεν κυκλοφορεί η φυματίωση. Ο Netea έχει ασχοληθεί επίσης με την παραπάνω σύνδεση. Σε μία έρευνα που έκανε, εξέθεσε μία ομάδα ανοσιακών κυττάρων στο εμβόλιο BCG και ακολούθως στο εμβόλιο της γρίπης. Όπως διαπίστωσε, η έκθεση των κυττάρων και στα δύο εμβόλια αύξησε την παραγωγή κυτταροκινών περισσότερο από κάθε εμβόλιο ξεχωριστά. Ο Netea σκοπεύει να εξετάσει την αποτελεσματικότητα του εμβολίου της γρίπης για τον COVID-19 σε μελλοντικές έρευνες οι οποίες θα εξετάσουν και ηλικιωμένους.

Προς το παρόν υπάρχουν, ωστόσο, αρκετά αναπάντητα ερωτήματα. «Είναι σχετικά νωρίς για να μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα στους ασθενείς ‘κάντε το εμβόλιο της γρίπης για να προστατευτείτε από τον COVID-19’», είπε η Foxman. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι θα πρέπει όλοι να κάνουμε το εμβόλιο της γρίπης για να προστατευτούμε από αυτή τη νόσο.

Βιβλιογραφία: Scientific American