Μία διεθνής ομάδα επιστημόνων διαπίστωσε προσφάτως ότι ο ιός SARS-CoV-2 μπορεί να μολύνει κύτταρα της στοματικής κοιλότητας. Αν και γνωρίζουμε σήμερα ότι ο ιός προσβάλλει συνήθως τα κύτταρα των αεραγωγών και των πνευμόνων, υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν ότι μπορεί να μολύνει και κύτταρα σε άλλα σημεία του οργανισμού, όπως για παράδειγμα οι νεφροί, το γαστρεντερικό σύστημα και τα αγγεία. Η ικανότητα του ιού να μολύνει κύτταρα εκτός των πνευμόνων μπορεί να εξηγήσει σε κάποιο βαθμό το μεγάλο εύρος συμπτωμάτων στους ασθενείς με COVID-19, μεταξύ των οποίων και αυτά της στοματικής κοιλότητας, όπως η ξηροστομία και η αγευσία.

Οι παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης εγείρουν επίσης αρκετά ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της στοματικής κοιλότητας στη μετανάστευση του SARS-CoV-2 στους πνεύμονες δια μέσου του σιέλου. Σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, αν κατανοήσουμε καλύτερα το ρόλο της στοματικής κοιλότητας στη μετάδοση του ιού, θα μπορούμε να αναπτύξουμε καλύτερα μέτρα για τον περιορισμό εξάπλωσης του τελευταίου.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στις 25 Μαρτίου στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine. Επικεφαλής ήταν ο Blake M. Warner και ο Kevin M. Byrd από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας.

Σήμερα γνωρίζουμε ήδη ότι ο σίελος των ασθενών με COVID-19 περιέχει υψηλά επίπεδα του ιού, ενώ αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι τα δείγματα σιέλου είναι εξίσου αποτελεσματικά με τα ρινοφαρυγγικά δείγματα στη διάγνωση της COVID-19. Αυτό που δεν γνωρίζουμε, ωστόσο, είναι η προέλευση του ιού στα δείγματα σιέλου. Στους ασθενείς με COVID-19 που εκδηλώνουν αναπνευστικά συμπτώματα, τα σωματίδια του ιού προέρχονται πιθανώς από οπισθορρινική καταρροή ή από τους πνεύμονες. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να εξηγήσει την προέλευση των σωματιδίων στους ασθενείς που δεν έχουν συμπτώματα από το αναπνευστικό. Ως αποτέλεσμα, οι επιστήμονες αποφάσισαν να εξετάσουν αν τα σωματίδια του ιού μπορεί να προέρχονται από κύτταρα της στοματικής κοιλότητας που μολύνθηκαν με τον ιό.

Για το σκοπό αυτό έλαβαν δείγματα ιστών του στόματος από υγιείς εθελοντές, θέλοντας να εξετάσουν αν υπάρχουν περιοχές με αυξημένη ευαισθησία στη μόλυνση από τον SARS-CoV-2. Τα κύτταρα αυτά θα έπρεπε να φέρουν τη γενετική πληροφορία για τις πρωτεΐνες που χρησιμοποιεί ο SARS-CoV-2 ως πύλες εισόδου στα κύτταρα (υποδοχέας ACE2 και ένζυμο TMPRSS2). Όπως διαπιστώθηκε, τόσο τα κύτταρα των σιελογόνων αδένων, όσο και ορισμένα κύτταρα των ούλων είχαν RNA για την έκφραση των παραπάνω δομών. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι ο ιός μπορεί πράγματι να μολύνει τα κύτταρα αυτά.

«Τα επίπεδα έκφρασης του ACE2 και του TMPRSS2 ήταν αντίστοιχα με αυτά που παρατηρούνται στα κύτταρα των πνευμόνων», υποστήριξε ο Warner.

Μόλις διαπίστωσαν ότι ο SARS-CoV-2 μπορεί να μολύνει ορισμένα κύτταρα της στοματικής κοιλότητας, οι επιστήμονες εξέτασαν ασθενείς με COVID-19 με σκοπό να επιβεβαιώσουν τη θεωρία τους. Στο 50% των δειγμάτων από ασθενείς που κατέληξαν από τον ιό, οι επιστήμονες κατάφεραν να ανιχνεύσουν σωματίδια του SARS-CoV-2 στους σιελογόνους αδένες. Μάλιστα σε ένα δείγμα ασθενούς που κατέληξε από τον ιό, καθώς και σε έναν ασθενή που παρουσίαζε σοβαρά συμπτώματα, οι επιστήμονες κατάφεραν να ανιχνεύσουν συγκεκριμένες αλληλουχίες RNA που δείχνουν ότι ο ιός πολλαπλασιάζεται στα κύτταρα αυτά, γεγονός που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την αρχική τους υπόθεση.

Όταν επιβεβαίωσαν ότι ο ιός μπορεί να μολύνει τα κύτταρα αυτών των ιστών, οι επιστήμονες θέλησαν να διαπιστώσουν αν τα σωματίδια του ιού που ανιχνεύονται στο σίελο προέρχονται από τα παραπάνω κύτταρα. Όπως παρατήρησαν, αυτό ανταποκρίνεται μάλλον στην πραγματικότητα, καθώς σε ασθενείς με ήπια ή ασυμπτωματική COVID-19, τα κύτταρα στη στοματική κοιλότητα και στο σίελο είχαν σωματίδια του ιού.

Θέλοντας να εξετάσουν αν η ποσότητα του ιού που βρίσκεται στο σίελο είναι επαρκής για τη μετάδοση του ιού σε άλλα άτομα, οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα σιέλου από 8 ασθενείς με ασυμπτωματική COVID-19. Ακολούθως εξέθεσαν υγιή κύτταρα στα παραπάνω δείγματα σιέλου. 2 από τα 8 δείγματα ήταν ικανά να μολύνουν τα υγιή κύτταρα, γεγονός που δείχνει ότι πιθανώς κάποιο ποσοστό της μετάδοσης του ιού γίνεται από ασυμπτωματικούς φορείς μέσω του σιέλου.

Τέλος, προκειμένου να εξετάσουν τη σύνδεση ανάμεσα στα συμπτώματα του στόματος και τα σωματίδια του ιού στο σίελο, οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα σιέλου από 35 εθελοντές με ήπια ή ασυμπτωματική COVID-19. Οι εθελοντές με σωματίδια του ιού στο σίελο είχαν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν ανοσμία ή αγευσία, γεγονός που δείχνει ότι η παρουσία των συμπτωμάτων αυτών συνδέεται με τη μόλυνση των κυττάρων της στοματικής κοιλότητας.

Τα αποτελέσματα της μελέτης, συνολικά, δείχνουν ότι η στοματική κοιλότητα παίζει σημαντικότερο ρόλο στην εξάπλωση του ιού απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Οι επιστήμονες υποστήριξαν, ωστόσο, ότι θα πρέπει να γίνουν νέες μεγαλύτερες μελέτες προκειμένου να επιβεβαιωθούν οι παρατηρήσεις τους.