Οι προσπάθειες των επαγγελματιών υγείας και των ερευνητών παγκοσμίως έχουν βοηθήσει να περιοριστεί η πανδημία του κορονοϊού και να περιοριστούν τα νέα περιστατικά του ιού. Αυτή τη στιγμή, οι περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται με τις άμεσες βλάβες που προκαλεί η πανδημία, δηλαδή τις ζωές που χάθηκαν, την επιβάρυνση της οικονομίας και τις αλλαγές στην καθημερινότητά μας. Ωστόσο, δεν πρέπει να αμελήσουμε άλλες κρίσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα καθώς και τις επιδράσεις που έχει ο COVID-19 στην πορεία τους.

Μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τα συστήματα υγείας παγκοσμίως είναι η ανθεκτικότητα των μικροβίων στα αντιβιοτικά. Η απουσία αποτελεσματικών αντιβιοτικών και η εμφάνιση βακτηρίων που είναι ανθεκτικά στα φάρμακα που χρησιμοποιούμε σήμερα, έχει οδηγήσει στην κρίση της αντιμικροβιακής αντοχής που αντιμετωπίζουμε τα τελευταία χρόνια.

Πάνω από το 90% των ανθρώπων θα πάρει ένα αντιβιοτικό κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής τους Ωστόσο, τα αντιβιοτικά πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ. Γνωρίζουμε σήμερα ότι δεν υπάρχουν αντιβιοτικά που μπορούν να αντικαταστήσουν αυτά στα οποία εμφανίζεται ανθεκτικότητα, ενώ και οι προσπάθειες που γίνονται για την ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών συνήθως αποτυγχάνουν. Εν τω μεταξύ, ορισμένα βακτήρια έχουν πλέον αναπτύξει ανθεκτικότητα στα περισσότερα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούμε ευρέως, αλλά και στα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται ως τελευταία επιλογή (αντιβιοτικά με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που χορηγούνται μόνο όταν όλα τα άλλα αντιβιοτικά απέτυχαν).

Έχουμε φτάσει πλέον σε ένα σημείο όπου εμφανίζονται λοιμώξεις που είναι ανθεκτικές σε όλα τα γνωστά αντιβιοτικά.

Δευτερογενείς Λοιμώξεις

Η πανδημία του COVID-19 έχει οδηγήσει ένα μεγάλο αριθμό ανοσοκατεσταλμένων ασθενών στα νοσοκομεία, τα οποία αποτελούν πρόσφορο έδαφος για την εξάπλωση ανθεκτικών βακτηρίων. Λόγω της εισροής ασθενών, τα βακτήρια αυτά μπορούν να εξαπλωθούν πλέον ευκολότερα και να επηρεάσουν περισσότερους ασθενείς.

Τελευταία δεδομένα δείχνουν επίσης ότι ένας μεγάλος αριθμός ασθενών με COVID-19 παρουσιάζει δευτερογενείς λοιμώξεις κατά τη νοσηλεία του. Η πηγή και η φύση των λοιμώξεων αυτών δεν είναι ακόμα γνωστή, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες πληροφορίες που δείχνουν ότι αρκετές από τις παραπάνω δευτερογενείς λοιμώξεις προκαλούνται από πολυανθεκτικά βακτήρια.

Οι λοιμώξεις αυτές μπορεί να επηρεάσουν τα ποσοστά επιβίωσης των ασθενών. Δεδομένα από το Wuhan έδειξαν ότι το 50% των ασθενών που κατέληξαν είχαν κάποια δευτερογενή λοίμωξη. Αυτό συμβαίνει γιατί αρκετά από τα βακτήρια στα νοσοκομεία έχουν μεταλλαχθεί έτσι ώστε να μπορούν να προκαλούν λοίμωξη σε ασθενείς με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Γνωρίζουμε ήδη από τα δεδομένα προηγουμένων πανδημιών ότι η θνησιμότητα μίας πανδημίας από ιό επηρεάζεται άμεσα από τα ποσοστά των δευτερογενών βακτηριακών λοιμώξεων. Μάλιστα, στις πανδημίες της γρίπης του 1918 και του 2009, περισσότεροι ασθενείς είχαν καταλήξει από τις δευτερογενείς βακτηριακές λοιμώξεις παρά από τη γρίπη.

Ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την κρίση της αντιμικροβιακής αντοχής είναι η ευρεία χρήση αντιβιοτικών στους ασθενείς με COVID-19.

Τελευταία δεδομένα έδειξαν ότι πάνω από το 90% των ασθενών με COVID-19 έλαβαν επίσης αντιβακτηριακή αγωγή. Η μαζική αυτή αύξηση στη χρήση των αντιβιοτικών, ιδιαίτερα στα νοσοκομεία, ασκεί ισχυρή εκλεκτική πίεση στα βακτήρια που οδηγεί σε εμφάνιση ανθεκτικότητας. Το γεγονός αυτό αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση των ανθεκτικών λοιμώξεων τους επόμενους μήνες ή χρόνια μετά το πέρας της πανδημίας.

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2016 έδειξε ότι, μέχρι το 2050, τα ανθεκτικά μικρόβια θα προκαλούν σχεδόν 10 εκατομμύρια θανάτους ετησίως. Αν αναλογιστούμε ότι η εκτίμηση αυτή δεν είχε λάβει υπόψη την πανδημία του COVID-19, καταλαβαίνουμε ότι πιθανώς το παραπάνω αποτέλεσμα θα εμφανιστεί νωρίτερα.

Ωστόσο, σήμερα γίνονται συντονισμένες προσπάθειες με σκοπό να κατανοήσουμε καλύτερα πότε πρέπει να χορηγούνται αντιβιοτικά στους ασθενείς με COVID-19. Έχουν ξεκινήσει ήδη αρκετές έρευνες με σκοπό να προσδιοριστεί η χρήση των αντιβιοτικών και τα ποσοστά δευτερογενών λοιμώξεων στους ασθενείς με COVID-19. Τα αποτελέσματα των παραπάνω ερευνών θα βοηθήσουν τους γιατρούς να κατανοήσουν πότε πρέπει να χορηγούνται αντιβιοτικά σε αυτούς τους ασθενείς.

Νέα Φάρμακα

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), αυτή τη στιγμή 252 αντιβιοτικά βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο στάδιο των προκλινικών δοκιμών (δηλαδή εξετάζονται σε πειραματόζωα). Δυστυχώς, μόλις 2-5 από τα παραπάνω φάρμακα αναμένεται να φτάσουν στην αγορά μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην κυκλοφορία των παραπάνω φαρμάκων είναι το υψηλό κόστος που χρειάζεται για να περάσουν όλους τους ελέγχους, το οποίο μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 1δις δολάρια ανά φάρμακο. Το γεγονός αυτό καθιστά δύσκολη και καθυστερεί σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Αν, ωστόσο, η ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών αναδειχθεί ως προτεραιότητα για την ερευνητική κοινότητα, αντίστοιχα με τις προσπάθειες που γίνονται για την ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον COVID-19, θα μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι θα κυκλοφορήσουν σύντομα περισσότερα αντιβιοτικά.

Η συντονισμένη απόκριση στην πανδημία του COVID-19 δείχνει ότι αν συνεργαστούμε θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την κρίση της αντιμικροβιακής αντοχής, η οποία μπορεί δυνητικά να γονατίσει τα συστήματα υγείας και να αλλάξει τη σύγχρονη ιατρική.

Βιβλιογραφία: The Conversation