Το ανοσοποιητικό σύστημα ορισμένων ασθενών είναι καλύτερα προετοιμασμένο για να αντιμετωπίσει το νέο κορονοϊό σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας. Η τελευταία, δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό Cell και έδειξε ότι τα Τ λεμφοκύτταρα ορισμένων ασθενών μπορούν να αναγνωρίσουν και να αντιμετωπίσουν τον SARS-CoV-2 παρά το γεγονός ότι δεν έχουν ιστορικό προηγούμενης έκθεσης σε αυτόν.

Η πιθανότερη εξήγηση για την παραπάνω παρατήρηση, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι ένα φαινόμενο που λέγεται διασταυρούμενη αντιδραστικότητα. Κατά την τελευταία, ο οργανισμός έχει αναπτύξει Τ βοηθητικά κύτταρα για έναν ιό μετά την έκθεσή του σε ένα διαφορετικό, αλλά παρόμοιο παθογόνο.

Στην περίπτωση του SARS-CoV-2, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι προφανώς τα Τ λεμφοκύτταρα αυτά αναπτύχθηκαν μετά την έκθεση των ασθενών σε ένα από τα 4 είδη κορονοϊών που προκαλούν κοινό κρυολόγημα.

«Οι ασθενείς αυτοί έχουν ένα μικρό προβάδισμα στη μάχη για την αντιμετώπιση του ιού, ο οποίος θέλει να πολλαπλασιαστεί με το ανοσοποιητικό σύστημα να προσπαθεί να ανακόψει την πορεία του», είπε ο Alessandro Sette, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας.

Πρόσθεσε επίσης ότι τα βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα της διασταυρούμενης αντιδραστικότητας  μπορούν να βοηθήσουν έτσι ώστε να εμφανιστεί ταχύτερα μία ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση.

Ένα Ανοσολογικό «Προβάδισμα»

Για την έρευνά τους, ο Sette και οι συνεργάτες του εξέτασαν το ανοσοποιητικό σύστημα 20 ασθενών που ανάρρωσαν από τον SARS-CoV-2. Επιπλέον, ανέλυσαν δείγματα αίματος από 20 άλλους ασθενείς, τα οποία είχαν συλλεχθεί ανάμεσα στα έτη 2015-2018 (που σημαίνει ότι δεν είχαν εκτεθεί στο νέο κορονοϊό).

Από τα 20 δείγματα αίματος που είχαν ληφθεί πριν την πανδημία, τα 10 είχαν λευκά αιμοσφαίρια CD4+, ένα είδος Τ λεμφοκυττάρων που επάγει την παραγωγή αντισωμάτων από το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα κύτταρα αυτά είχαν την ικανότητα να αναγνωρίζουν το νέο κορονοϊό και να ενισχύουν τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος στην αντιμετώπισή του.

Οι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να εξετάσουν σε ποιο βαθμό επηρεάζεται η σοβαρότητα της νόσησης από την παραπάνω διασταυρούμενη αντιδραστικότητα.

«Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε αν η διασταυρούμενη αντιδραστικότητα με τους κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος μπορεί να επηρεάσει την πορεία της λοίμωξης από COVID-19 ή το ποσοστό εξάπλωσης της νόσου στον πληθυσμό», τόνισε ο Maillère Bernard, ένας επιστήμονας στο CEA/Université de Paris-Saclay της Γαλλίας, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας.

Ενδείξεις Ανοσίας

Στην ομάδα των ασθενών με COVID-19 που εξετάστηκε από την έρευνα, μόλις 2 παρουσίασαν σοβαρή νόσησης, με το υπόλοιπο 90% να παρουσιάζει είτε ήπια είτε μέτρια λοίμωξη.

Η ομάδα των εθελοντών επιλέχθηκε με σκοπό να εκτιμηθεί η ανοσιακή απόκριση στον μέσο ασθενή με COVID-19 και όχι αποκλειστικά στους νοσηλευόμενους ασθενείς από τη νόσο.

«Είναι δύσκολο να καταλήξεις σε σαφή συμπεράσματα αν εξετάζεις την εξαίρεση και όχι τον κανόνα», είπε ο Sette. «Αν η μέση ανοσιακή απόκριση στον ιό ήταν κακή, θα έπρεπε να εξετάσουμε διαφορετικά τα δεδομένα».

Οι ερευνητές εξέτασαν το αίμα των ασθενών για δύο είδη λευκών αιμοσφαιρίων: τα CD4+ και τα CD8+. Τα παραπάνω είναι κυτταροτοξικά Τ λεμφοκύτταρα που στοχεύουν τα κύτταρα που έχει προσβάλλει ο ιός.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στην πορεία της λοίμωξης, και οι 20 ασθενείς παρήγαγαν αντισώματα και βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα που είχαν την ικανότητα να αναγνωρίζουν τον SARS-CoV-2, με το 70% να παράγει επίσης κυτταροτοξικά Τ λεμφοκύτταρα.

Αυτό δείχνει ότι ο οργανισμός τους απέκτησε την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει τον κορονοϊό στις μελλοντικές εκθέσεις του σε αυτόν.

«Προφανώς δεν γνωρίζουμε τη διάρκεια της ανοσίας αυτής, καθώς ο ιός εμφανίστηκε πριν λίγους μήνες. Κατά συνέπεια δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η ανοσία αυτή είναι μακροπρόθεσμη», τόνισε ο Sette.

Υποστήριξε ωστόσο ότι υπάρχουν αρκετοί λόγοι να είμαστε αισιόδοξοι, ιδιαίτερα για τους ασθενείς που παρουσίασαν σοβαρή νόσηση από τον ιό.

«Η ανοσιακή μνήμη σχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσησης. Αν ο ασθενής παρουσίασε σοβαρή νόσηση, τότε κατά πάσα πιθανότητα θα έχει ισχυρή ανοσιακή μνήμη», πρόσθεσε ο επιστήμονας.

Ο Yuan Tian, ένας επιστήμονας από το Fred Hutch Institute στο Σιάτλ, ο οποίος δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα, δήλωσε ότι προκειμένου να εξερευνήσουμε ποιος είναι ο βαθμός της ανοσίας που προσφέρουν τα Τ λεμφοκύτταρα, «θα πρέπει να εξετάσουμε συγκριτικά την ανοσιακή απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων ανάμεσα στους ασθενείς που παρουσίασαν ήπια νόσηση και αυτούς που παρουσίασαν σοβαρή νόσηση».

Αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος στόχος της έρευνας, συμφώνησε ο Sette.