Μία νέα έρευνα που εξέτασε δεδομένα για το σύνδρομο MIS-C (multisystem inflammatory syndrome in children), μία σοβαρή νόσο που συνδέεται με τον COVID-19 στα παιδιά, διαπίστωσε ότι αν και το ανοσοποιητικό σύστημα παρουσιάζει σημαντικές μεταβολές στην οξεία φάση της νόσου, στη συνέχεια επανέρχεται σταδιακά στη φυσιολογική του λειτουργία.

Η MIS-C διαφέρει τόσο από τον COVID-19 όσο και από τη νόσο Kawasaki, ωστόσο έχει συνδεθεί από αρκετές έρευνες με ιστορικό λοίμωξης από SARS-CoV-2, όπως διαπιστώθηκε από αναλύσεις του ανοσολογικού προφίλ.

«Οι αλλαγές που παρατηρούνται στο ανοσοποιητικό σύστημα κατά τη χορήγηση της θεραπείας δείχνουν ότι υπάρχει ανεξέλεγκτη φλεγμονή. Τα κορτικοστεροειδή και οι ενδοφλέβιες ανοσοσφαιρίνες που χορηγούμε, περιορίζουν τις παθολογικές μεταβολές του ανοσοποιητικού συστήματος», υποστήριξε ο Dr Manu Shankar-Hari.

Στην έρευνά τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine, ο Shankar-Hari και οι συνεργάτες του έκαναν περιφερικό λευκοκυτταρικό φαινότυπο σε 25 παιδιά με MIS-C, στην οξεία φάση, στην αποδρομή της νόσου και στην φάση που αναπτύσσονται αντισώματα.

Στην αρχή της έρευνας το 72% των παιδιών είχε συμπτώματα από το γαστρεντερικό, το 28% είχε ακτινολογικά ευρήματα πνευμονίας, το 56% είχε κάνει αγγειοδραστικές εγχύσεις, ενώ το 28% είχε ανεύρυσμα στεφανιαίας αορτής. Από τους ασθενείς με MIS-C, το 68% ήταν οροθετικοί για τον SARS-CoV-2, γεγονός που δείχνει ότι είχαν ιστορικό λοίμωξης από COVID-19. Οι ασθενείς αυτοί παρουσίασαν σοβαρότερη νόσηση.

Συγκρίνοντας τα δείγματα αίματος από παιδιά σε διάφορα στάδια της νόσου με αυτά παιδιών ίδιας ηλικίας, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι στην οξεία φάση της MIS-C τα επίπεδα των κυτταροκινών ήταν υψηλότερα. Αυτό σημαίνει ότι η ανοσιακή απόκριση στα παιδιά αυτά ήταν ανάλογη με αυτή που παρατηρείται στους ενήλικες με COVID-19.

Επιπλέον, η αυξημένη έκφραση των CD64 στα ουδετερόφιλα και τα μονοκύτταρα, καθώς και η αυξημένη έκφραση των HLA-DR στα γάμμα δέλτα και CD4+CCR7+ T λεμφοκύτταρα στην οξεία φάση, συνιστά ότι τα ανοσιακά αυτά κύτταρα είχαν επίσης ενεργοποιηθεί.

Η μειωμένη έκφραση των HLA-DR και CD86 που διαπιστώθηκε στα αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα, παραπέμπει σε περιορισμένη αντιγονοπαρουσιαστική δραστηριότητα.

Μέχρι τη φάση της παραγωγής αντισωμάτων, οι παραπάνω πληθυσμοί των ανοσιακών κυττάρων είχαν επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Συνολικά, τα παραπάνω ευρήματα δείχνουν ότι η ανοσιακή απόκριση στην MIS-C όσο και στον COVID-19 στους ενήλικες έχουν αρκετές ομοιότητες και δεν ταυτίζεται με τη νόσο Kawasaki.

«Οι γιατροί πρέπει να ενημερώσουν τους γονείς ότι η MIS-C αποτελεί σπάνια επιπλοκή και τα παιδιά παρουσιάζουν άμεσα βελτίωση με τις τυπικές θεραπείες», πρόσθεσε ο Shankar-Hari. «Ακόμη δεν γνωρίζουμε γιατί ορισμένα παιδιά παρουσιάζουν την παραπάνω νόσο. Αυτό είναι κάτι που θα απαντηθεί από μελλοντικές έρευνες».

«Οι παραπάνω παρατηρήσεις ενισχύουν τη θεωρία ότι η MIS-C είναι μία ανοσομεσολαβούμενη νόσος. Το γεγονός ότι οι ανωμαλίες παρουσιάζονται συνήθως στην οξεία φάση και υποχωρούν μέχρι να ξεκινήσει η παραγωγή αντισωμάτων, επιβεβαιώνουν ότι η νόσος αυτοπεριορίζεται στη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών», υποστήριξε η Dr Daphne Hsu από το Children’s Hospital at Montefiore στη Νέα Υόρκη.

Αν και η παρούσα μελέτη είχε σχετικά μικρό μέγεθος, προσφέρει σημαντικά δεδομένα που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς της MIS-C στα παιδιά και πρακτικά επιβεβαιώνει ότι αποτελεί συνέπεια της υπερβολικής ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος ως αποτέλεσμα της λοίμωξης από τον SARS-CoV-2.

«Η σύγκριση των ανοσολογικών φαινοτύπων της MIS-C με αυτούς της νόσου Kawasaki και της οξείας λοίμωξης COVID-19 στους ενήλικες είναι το επόμενο βήμα για τη βελτίωση της θεραπευτικής προσέγγισης των ασθενών αυτών», κατέληξαν οι επιστήμονες.

Βιβλιογραφία: Medscape